Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Η δημοκρατία και η κρίση.

Ποιους κινδύνους για τη δημοκρατία συνιστά η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος; Αυτή η αγωνία διακατέχει όσους και όσες θεωρούν τη δημοκρατία ως μία από τις βασικές αξίες που οφείλουν να υπερασπιστούν, ακόμη κι αν έχουν επιφυλάξεις ή ασκούν κριτική στη συγκεκριμένη μορφή με την οποία πραγματώθηκε η δημοκρατία στην πατρίδα μας μετά το 1974. Θέτοντας όμως το ερώτημα θα πρέπει να έχουμε επίγνωση πως η συζήτηση για την κρίση της δημοκρατίας είχε αρχίσει πριν από την εποχή της οικονομικής κρίσης. Από μια άποψη, η συζήτηση για την κρίση της δημοκρατίας είναι μέρος της ίδιας της δημοκρατίας, ακόμη και στις καλύτερες στιγμές της. Μια δημοκρατία που θέλει να είναι άξια του ονόματός της δεν μπορεί να εφησυχάζει, γιατί ακόμη και αν καμιά εσωτερική ή εξωτερική ρήξη δεν την απειλεί, η εντροπία αποτελεί σταθερό κίνδυνο.
Αυτός ο κίνδυνος εκφράστηκε, κάπως δραματικά, σε μια από τις πιο αυτοεγκωμιαστικές στιγμές της δημοκρατίας, όταν στη δεκαετία του 1990 μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού φάνηκε ότι η δημοκρατία κερδίζει έδαφος στην αχανή σοβιετική ζώνη, όταν καταργήθηκε το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική και σε πολλές λατινοαμερικανικές χώρες οι δικτατορίες έδωσαν τη θέση τους σε μεταβατικά καθεστώτα προς τη δημοκρατία. Η συζήτηση για την παγκόσμια κατίσχυση της δημοκρατίας συνοδεύτηκε από την ιδέα του τέλους της ιστορίας, που σήμαινε τέλος της πολιτικής, και δημιουργία μιας κανονικότητας που λίγο διέφερε από την επιστροφή των ανθρώπων σε φυσική κατάσταση. Ο αντίλογος στο τέλος της δημοκρατίας, μέσω της επιτυχίας της, ήρθε από τις πολεμικές κρίσεις της περιφέρειας και από την αντίρρηση ότι η δημοκρατία μπορεί να εμπεδωθεί σε χώρες με ριζικά διαφορετική κουλτούρα από τη δυτική.[1]
Αλλά τι είναι η δημοκρατία; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με έναν ορισμό, γιατί οι μεγάλες έννοιες ή έχουν ορισμό και δεν έχουν ιστορία, ή έχουν ιστορία και επομένως δεν μπορούν να οριστούν άπαξ γιατί υπόκεινται σε αλλαγές. Στην περίπτωση της δημοκρατίας οι αλλαγές είναι τόσο μεγάλες, ώστε πολλές φορές να αναρωτιόμαστε για την πολιτική της χρησιμοποίησης του όρου για πολύ διαφορετικές μορφές οργάνωσης σε πολύ διαφορετικές μορφές κοινωνίας. Ένας παραδοσιακός τρόπος περιγραφής αυτών των αλλαγών υπήρξε η διάκριση ανάμεσα στην άμεση δημοκρατία, δημοκρατία δηλαδή όπου οι πολίτες συγκεντρώνονταν σε έναν τόπο, διαβουλεύονταν και αποφάσιζαν, και στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, στην οποία η διαβούλευση ασκείται από ένα σώμα αντιπροσώπων που εκλέγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και με ορισμένους κανόνες. Στις παραλλαγές αυτής της διάκρισης ανήκει η ολιγαρχική και η μαζική δημοκρατία, που σχετίζεται με το ποιοι έχουν δικαίωμα να ψηφίζουν και ποιοι αποκλείονται. Μια σημαντική διάκριση βεβαίως απορρέει και από το φύλο της δημοκρατίας, καθώς, έως τον 20ό αιώνα, ο μισός πληθυσμός, οι γυναίκες, ήταν αποκλεισμένες από την άσκηση της πολιτικής. Στο κείμενο τούτο του Τζον Κην (John Keane), το οποίο αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Η ζωή και ο θάνατος της δημοκρατίας,[2] παρουσιάζεται μία άλλη διάκριση, εκείνη που αφορά τη δημοκρατία μετά την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας ανδρών και γυναικών. Τίθεται δηλαδή μια τομή στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η οποία, κατά τον συγγραφέα είναι τόσο σημαντική, ώστε να αποτελεί την τρίτη μεγάλη περίοδο στη συνολική ιστορία της δημοκρατίας. Ποια είναι αυτή; Εκείνη στην οποία οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας συμπληρώνονται με «παρατηρητήρια» και παρατηρητικές πρακτικές της πολιτικής. 
 
Η υιοθέτηση δημοκρατικών θεσμών διακυβέρνησης –κοινοβούλιο, κόμματα, εκλογές– μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε χώρες οι οποίες βρίσκονταν ακόμη σε καθεστώς εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων (όπως, λ.χ., η δική μας το 1945-50), ή σε καταστάσεις βίαιων αναταραχών εξαιτίας της μετάβασης από την αποικιοκρατία στην ανεξαρτησία, προκάλεσε την ανάγκη διασφαλιστικών παρεμβάσεων του ΟΗΕ, κυρίως με τη μορφή αποστολών διεθνών παρατηρητών, ή συζήτησης και ελέγχου για επιμέρους πλευρές των νομοθετικών ρυθμίσεων και των πεπραγμένων αυτών των χωρών σε διεθνείς οργανισμούς. Παρόμοιες παρεμβάσεις έγιναν επίσης τη δεκαετία του ’90 στις νεότευκτες δημοκρατίες του πρώην σοβιετικού μπλοκ, στα Βαλκάνια μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και σε χώρες της υποσαχάριας Αφρικής με ενδημικούς εμφυλίους. Πέρα από αυτές όμως τις παρεμβάσεις που είχαν το χαρακτήρα ενός διεθνούς ελέγχου των εσωτερικών πεπραγμένων μιας δημοκρατίας, με μια αύρα αποικιοκρατίας, ο Κην υποστηρίζει ότι στο τελευταίο μισό του 20ού αιώνα, πολλαπλασιάστηκαν οι θεσμοί που παρατηρούν, καταγράφουν, μετρούν, αποτιμούν, αξιολογούν πλευρές της ζωής μιας δημοκρατίας, από τα ανθρώπινα δικαιώματα έως τα δημόσια οικονομικά, από τις επιδόσεις του κοινοβουλίου έως τις επιδόσεις των μαθητών. Ένα πολύμορφο και πολύτροπο πλαίσιο αναπτύχθηκε, μια νέα τεχνολογία και στρατιές συμβούλων και ειδικών που επινοούν δείκτες και μετρήσιμα αγαθά, προτείνουν πρότυπα και «καλές πρακτικές». Όλα αυτά συγκροτούν μια νέα ποιότητα για τη δημοκρατία. Μετά τις εμπειρίες του Μεσοπολέμου, τον καιρό δηλαδή που η είσοδος των μαζών στην πολιτική σε μερικές χώρες κατέληξε σε επαναστάσεις, αλλού ενίσχυσε τα φασιστικά καθεστώτα και σε λίγες τα κοινοβουλευτικά, όλοι αυτοί οι θεσμοί και οι πρακτικές παρατήρησης αποσκοπούν στο να φρενάρουν τις βίαιες και ριζικές πολιτικές μετατοπίσεις της λαϊκής βούλησης, να προστατεύουν τις αδύναμες μειονότητες, να βάζουν φραγμούς σε αυθαίρετες πρακτικές. Λειτουργούν ως αντίβαρο στη διανεμητική δημοκρατία των κομμάτων, στον τεμαχισμό και τη διαχείρισή της από τις ιδεολογικές παρατάξεις ή τις πολιτικές οικογένειες. Η δημοκρατία μπαίνει υπό καθεστώς παρατήρησης, μας λέει ο συγγραφέας, δημιουργώντας, στην πραγματικότητα, μια νέα φάση στην ιστορία της. Από αυτή την άποψη, η ιστορία της δημοκρατίας μπορεί να διακριθεί σε τρεις φάσεις. η πρώτη αφορά τη συνελευσιακή δημοκρατία (assembly democracy) που αντιστοιχεί στην άμεση δημοκρατία των ελεύθερων πολιτών της αρχαιότητας, όπου οι άνδρες αρχηγοί των οικογενειών διαβουλεύονταν και αποφάσιζαν συναθροιζόμενοι. Η δεύτερη αφορά την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, στην οποία οι πολλοί εξουσιοδοτούσαν τους λίγους να διαβουλευτούν και να αποφασίσουν γι’ αυτούς, και η οποία κορυφώθηκε εκκινώντας από τα μεσαιωνικά σώματα των νομοκατεστημένων τάξεων στα κοινοβούλια της σύγχρονης εποχής. Τέλος, η τρίτη φάση αφορά την υπό παρατήρηση δημοκρατία (monitory democracy), ένα καθεστώς συνεχούς ελέγχου της δημοκρατίας και των πεπραγμένων της. Επισημαίνει μάλιστα ότι στη μορφή αυτή έχουν τη δυνατότητα να συγκλίνουν πολλές διανοητικές παραδόσεις, από τον εκκοσμικευτικό Διαφωτισμό έως τον Χριστιανισμό, και από το φωτισμένο Ισλάμ έως τον Βουδισμό. Με αυτή την έννοια, η δυτική κουλτούρα δεν είναι η μοναδική προϋπόθεση της δημοκρατίας.
Η υπό παρατήρηση δημοκρατία δεν είναι ανταγωνιστική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά εμφανίζεται στη σκηνή όταν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί δυσλειτουργούν, και ως μέσο αναστήλωσης του κύρους τους και επανάκτησης της εμπιστοσύνης της κοινωνίας. Σε ένα κείμενο που υπέγραψαν πολλοί πολίτες στην Ελλάδα πριν από το Πάσχα του 2011 διαβάζουμε:
Είναι επιτέλους καιρός δημιουργίας μιας Ανεξάρτητης Αρχής που θα ελέγχει όλες τις διαδικασίες που σχετίζονται με τα οικονομικά των πολιτικών και των κομμάτων. Μια τέτοια αρχή, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, θα πρέπει μεν να δίνει λόγο στη Βουλή αλλά θα διοικείται από μια κοινά αποδεκτή εξωκοινοβουλευτική προσωπικότητα, το έργο της οποίας θα υποστηρίζεται από εμπειρογνώμονες (ορκωτούς λογιστές, φοροτεχνικούς, οικονομολόγους, δικηγόρους κτλ.). Μόνο αν οι πολιτικοί μας δεχτούν (όπως γίνεται στις χώρες που λειτουργούν με ευνομία) έναν τέτοιο θεσμό, θα ανακτήσουν τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η νέα ανεξάρτητη αρχή θα λειτουργεί συμπληρωματικά με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, θα διευθύνεται από εξωκοινοβουλευτική προσωπικότητα και θα στελεχώνεται από ειδικούς. Αυτό είναι ένα παράδειγμα των καινούργιων θεσμών οι οποίοι συγκροτούν την υπό παρατήρηση δημοκρατία. Ας αναρωτηθούμε όμως, είναι η υπό παρατήρηση δημοκρατία ένα καθεστώς στο οποίο οι πολίτες ενδυναμώνονται, παίρνονται αποφάσεις διαφανείς και προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, παγιώνεται μεγαλύτερο αίσθημα δικαιοσύνης, αυξάνεται η εμπιστοσύνη στην ίδια τη δημοκρατία, μειώνονται οι εκδηλώσεις πολιτικής βίας και περιορίζονται οι κίνδυνοι κοινωνικών και πολιτικών ρήξεων; Για να γίνουν εναργείς οι όροι του προβληματισμού, θα χρησιμοποιήσουμε δύο πρόσθετα παραδείγματα από την πρόσφατη ελληνική εμπειρία.
Το πρώτο: Μία από τις οργανώσεις που σε παγκόσμια κλίμακα λειτουργούν στη λογική της παρατήρησης είναι η Διεθνής Διαφάνεια η οποία εκδίδει περιοδικά εκθέσεις και πίνακες με δείκτες της διαφθοράς ανά χώρα. Στην Ελλάδα υπάρχει παράρτημά της με τον τίτλο Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς η οποία λειτουργεί ως Μη Κυβερνητική Οργάνωση με δημόσια επιχορήγηση. Στον κόμβο της το σύνθημά της είναι «Ευαισθητοποιούμε τον πολίτη, καταπολεμούμε τη διαφθορά». Εκδίδει επίσης ετήσιες εκθέσεις για τη διαφθορά στη χώρα, στις οποίες μάλιστα αποτιμά το κόστος της διαφθοράς. Μαθαίνουμε, λ.χ., ότι για το 2011 το κόστος της διαφθοράς ανήλθε σε 554 εκατομμύρια ευρώ, 78 εκατομμύρια ευρώ λιγότερα από το 2010. Σχετικά πρόσφατα, η Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς κατηγορήθηκε για… διαφθορά. Η απάντησή της αποδείχτηκε αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζει τα κριτήριά της και τις πηγές της προέλευσής τους.
Ο Δείκτης Αντίληψης της Διαφθοράς που δημοσιεύθηκε χθες από τη Διεθνή Διαφάνεια και κατατάσσει τις χώρες με βάση την αντίληψη της διαφθοράς, εκπονείται από την παγκόσμια οργάνωση Διεθνής Διαφάνεια και βασίζεται σε πρωτογενείς έρευνες φορέων αναγνωρισμένου κύρους διεθνώς, όπως είναι η Παγκόσμια Τράπεζα, το World Economic Forum, το IMD World Competitiveness Yearbook κ.ά. Δεν αφορά την Εθνική Έρευνα για τη Διαφθορά στην Ελλάδα που σχετίζεται με τον συγκεκριμένο διαγωνισμό.[3]
Το δεύτερο παράδειγμα σχετίζεται με το Ελληνικό Παρατηρητήριο, που εδράζεται στη London School of Economics και χρηματοδοτείται με δωρεές, κυρίως από ελληνικές τράπεζες. Από την αρχή της ελληνικής κρίσης, τόσο το ίδιο το Παρατηρητήριο με τις εκδηλώσεις του, όσο και με την αρθρογραφία του διευθυντή και των συνεργατών του, ευθυγραμμίστηκε, χωρίς δεύτερες κριτικές απόψεις και χωρίς την αναγκαία ακαδημαϊκή απόσταση ασφαλείας, με ολόκληρο το πακέτο μέτρων αναμόρφωσης της Ελλάδας που προτάθηκε από την τρόικα και την πολιτική των διαδοχικών μνημονίων. Η «παρατήρηση» της Ελλάδας γίνεται εγκυρότερη καθώς προέρχεται από το εξωτερικό της χώρας και μάλιστα από έναν ακαδημαϊκό φορέα με την ιστορία του LSE, παρά τον πρόσφατο τραυματισμό της φήμης του από την αποκάλυψη της χρηματοδότησής του από τους Καντάφι.
Τα δύο αυτά παραδείγματα δεν αναιρούν βέβαια το πλαίσιο της σημασίας των παρατηρητικών και ελεγκτικών πρακτικών της δημοκρατίας. Μας θέτουν όμως το εξής πρόβλημα: Πώς διαμορφώνονται τα κριτήρια της παρατήρησης, τι παρατηρούμε και πώς το αξιολογούμε; Έχουμε όλοι τις ίδιες δυνατότητες δημιουργίας φορέων και όρων παρατήρησης; Παρατηρούμε όλα τα φαινόμενα; Πώς καθορίζονται οι επιλογές; Στην περίπτωση της Διεθνούς Διαφάνειας, οι οικονομικοί οργανισμοί που δημιουργούν τα κριτήριά της, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, έθεσαν το ζήτημα της διαφθοράς, στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης ατζέντας «δομικών μεταρρυθμίσεων» και αλλαγής του μοντέλου της οικονομίας και των συναρθρώσεων οικονομίας, η οποία συμπυκνώθηκε στη Συναίνεση της Ουάσινγκτον (Washington Consensus) το 1982, μήτρα έκτοτε όλων των «μεταρρυθμιστικών» προγραμμάτων.[4] Αυτή ήταν μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα, όχι ένας ουδέτερος έλεγχος των όρων της δημοκρατίας. Χρειάζεται επομένως να δείξουμε τους αρμούς με τους οποίους κατασκευάζονται αυτοί οι όροι, όπως διαφάνεια, διαφθορά, λογοδοσία, ανταποδοτικότητα, ανταγωνιστικότητα κ.λπ., και όχι να τους διαβάζουμε ως ουδέτερες έννοιες. Χρειάζεται να ερευνούμε τις ιστορικές καταβολές και τις λογοθετικές πρακτικές μέσω των οποίων το μερικό παρουσιάζεται ως γενικό και οι πολιτικές επιλογές φυσικοποιούνται. Παρατηρητικοί θεσμοί όπως οι οίκοι αξιολόγησης, υποβαθμίζοντας ή αναβαθμίζοντας οικονομίες, παίζουν έναν άμεσο ρόλο στον καθορισμό πολιτικής, και μάλιστα ισχυρότερο από εκείνον των κυβερνήσεων.
Η άλλη όψη του νομίσματος αυτής της μετάβασης από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στην υπό παρατήρηση δημοκρατία είναι η μετάβαση από τη δημοκρατία στη μεταδημοκρατία.[5] Συντελέστηκε μια μετάβαση από ένα καθεστώς κινητοποίησης των πολιτών γύρω από προγράμματα και ιδεολογίες (όπως, λ.χ., ήταν στην Ελλάδα η δημοκρατία στα χρόνια της μεταπολίτευσης του ’70 και στα πρώτα χρόνια των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ) σε ένα καθεστώς στο οποίο τα κόμματα από συμμετοχικές οργανώσεις γίνονται οργανισμοί διαχείρισης εκλογών, η πολιτική γίνεται αντικείμενο κλειστών κύκλων ειδικών, στους οποίους συμμετέχουν ισχυροί ιδιωτικοί όμιλοι και διεθνείς οργανισμοί και στους οποίους η πολιτική ακολουθεί ένα πρόγραμμα του οποίου εκείνο που τίθεται σε συζήτηση δεν είναι οι στόχοι και οι κατευθυντήριες γραμμές της, αλλά οι δυνατότητες και η τεχνολογία εφαρμογής του, καθώς και το πολιτικό κόστος. Στη διαδικασία αυτή άλλαξε η έννοια της δημόσιας διαχείρισης. Ο κρατικός μηχανισμός δεν αντιμετωπιζόταν πλέον με τα βεμπεριανά κριτήρια, αλλά με κριτήρια κόστους-απόδοσης, σύμπραξης με την αγορά και εξωτερίκευσης των υπηρεσιών του, ό,τι αποκλήθηκε New Public Management ή New Public Governance. Πού βρίσκονται λοιπόν οι θεσμοί και οι πρακτικές παρατήρησης της δημοκρατίας; Είναι μήπως σαν τον Ιανό, με δύο πρόσωπα; Ένα που να κοιτάει προς την υπό παρατήρηση δημοκρατία και ένα άλλο που να συγκροτεί το θεσμικό πλαίσιο της μετα-δημοκρατίας; Η απάντηση δεν είναι προφανής.
Η δημοκρατία για να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει χρειαζόταν έναν δήμο, δηλαδή ένα σύνολο πολιτών στο οποίο υπήρχαν κάποια ελάχιστα κοινά στοιχεία κουλτούρας και αισθημάτων αλληλεγγύης. Ωστόσο στα περασμένα είκοσι χρόνια, καθώς το ένα μεταναστευτικό κύμα ακολουθούσε το άλλο, καθώς οι κοινωνίες γίνονταν περισσότερο πολυπολιτισμικές, καθώς οι ταυτότητες διαφοροποιούνταν και γίνονταν το κέντρο των δραστηριοτήτων των ανθρώπων, ο δήμος έδωσε τη θέση του σε ένα πολυδιασπασμένο και ετερογενές πλήθος. Επομένως η πρόκληση που είχε να αντιμετωπίσει η δημοκρατία ήταν αν και πώς θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τη διαφορετικότητα και την πολυμορφία και να λειτουργήσει σ’ αυτήν. Είναι γεγονός ότι κάτι κερδήθηκε και κάτι χάθηκε. Κερδίσαμε την ανοχή και το σεβασμό της διαφοράς, χάσαμε τον λαό ως δυνητικό υποκείμενο και ιδανικό ακροατήριο απεύθυνσης. (Βέβαια, κρίνοντας από την άνοδο του ρατσισμού και της Ακροδεξιάς, ίσως σωστότερο είναι να πει κανείς ότι χάθηκαν και τα δύο.) Η μετάβαση επομένως από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία προς μια επόμενη φάση της μπορεί να ιδωθεί από δύο πλευρές: και από την πλευρά τής υπό παρατήρηση δημοκρατίας –που εξασφάλισε το σεβασμό της διαφορετικότητας– και από την πλευρά της μεταδημοκρατίας – που απομάκρυνε τη δημοκρατία από τον δήμο-υποκείμενο της πολιτικής δράσης.
Σήμερα, χωρίς να έχουν λυθεί τα προβλήματα της προηγούμενης εικοσαετίας, βλέπουμε ότι μετατοπίζεται το πρόβλημα από τη σχέση δημοκρατίας και διαφορετικότητας στη σχέση δημοκρατίας και οικονομικής κρίσης. Η κρίση έθεσε με σαφήνεια το πρόβλημα της οικονομικής βιωσιμότητας της δημοκρατίας. Πώς μια κοινωνία μπορεί να αυτοκυβερνηθεί δημοκρατικά αν δεν είναι βιώσιμη οικονομικά; Και αν η κρίση που ζούμε δεν είναι παροδική αλλά αφορά μείζονες ανατροπές, ποια θέση έχει και πώς θα λειτουργήσει η δημοκρατία; Ο κόσμος υφίσταται πλέον τις συνέπειες μιας επανάστασης των αγορών που κατόρθωσαν σε όλα τα πεδία να ανατρέψουν τις μεταπολεμικές διευθετήσεις, και κυρίως το συμβιβασμό ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία, την έννοια του κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στην εργασία, το κεφάλαιο και το κράτος. 
 Η τεράστια πλέον διεύρυνση της ανισοκατανομής του πλούτου αποσυνθέτει όχι μόνο την έννοια του δήμου, αλλά και τη φαντασιακή του προβολή στη δημο-κρατία. Αν στην Ανατολή βλέπουμε οικονομική ανάπτυξη χωρίς δημοκρατία, η Δύση έχει να ανταγωνιστεί χώρες όπου το ελάχιστο επίπεδο αμοιβών και η ανυπαρξία κοινωνικού κράτους την αναγκάζουν να κατεδαφίζει διαδοχικά, αλλά σταθερά, το βιοτικό της επίπεδο και το κοινωνικό κράτος, να περικόπτει από την ιδιότητα του πολίτη τα κοινωνικά δικαιώματα. Τι είδους δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει σε αυτές τις συνθήκες ώστε να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια, το προσωπικό και το συλλογικό αίσθημα ματαίωσης; Και αν ο κόσμος χρειάζεται να υιοθετήσει μοντέλα ζωής που θα κοστίζουν λιγότερο, μια λιτότητα η οποία θα είναι φιλική στους πολίτες και στο περιβάλλον, τι είδους επιπτώσεις θα υπάρξουν για το πολιτικό σύστημα; Χωρίς να συσχετίζεται άμεσα και κατευθείαν η δημοκρατία με την ευημερία, εντούτοις η πορεία προς την ευημερία δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες επιτυχίας της δημοκρατίας από ό,τι η αντίστροφη πορεία. Ωστόσο, παρά την απαισιοδοξία για την πορεία της δημοκρατίας, οι εξεγέρσεις στις αραβικές χώρες, γνωστές ως Αραβική Άνοιξη, άνοιξαν ένα ακόμη κεφάλαιο για τη δημοκρατία, και μάλιστα σε μια από τις πιο δύσκολες και θεωρούμενες άγονες περιοχές για την άνθηση της δημοκρατίας.
Μέσα από τις σκέψεις αυτές που μας εισάγουν στην ανάγνωση του κειμένου του Κην Γιατί δημοκρατία; επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα. Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος συνιστά κίνδυνο για τη δημοκρατία; Πώς μπορούμε να σκεφτούμε τη δημοκρατία όταν οι άνθρωποι αισθάνονται απογοήτευση από τους θεσμούς της, από τις διαδικασίες που οδήγησαν σε διεφθαρμένους και άτολμους πολιτικούς; Πώς μπορούμε να σκεφτούμε τη δημοκρατία όταν η ίδια δεν μπορεί να πάρει αποφάσεις για το μέλλον της, γιατί το έχει ήδη υποθηκεύσει; Είναι αλήθεια ότι ένα μεγάλο μέρος της εθνικής κυριαρχίας έχει καταλυθεί. Όχι μόνο όμως εξαιτίας της κρίσης, αλλά γιατί έχει εκχωρηθεί προγραμματικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον αποφασίσαμε να συμμετέχουμε. Στην πραγματικότητα, χώρες όπως η Ελλάδα είχαν ανέκαθεν μια εξαρτώμενη πολιτική ζωή, μια δημοκρατία που λειτουργούσε συμπληρωματικά σε αποφάσεις που λαμβάνονταν σε πεδία που υπερέβαιναν την εθνική επικράτεια. Εκείνο όμως που συμβαίνει με την κρίση, και όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι η προγραμματική αμφισβήτηση της πολιτικής κυριαρχίας τόσο από τους κανόνες που ρυθμίζουν τη σύγχρονη χρηματοπιστωτική πραγματικότητα, όσο και από τους μηχανισμούς που συγκροτούν αυτό το σύστημα (τράπεζες, οίκοι αξιολόγησης, διεθνή οικονομικά παρατηρητήρια). Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία εισάγει σταθερές πολιτικής οι οποίες περιορίζουν τις επιλογές των κυβερνήσεων και επομένως την ελευθερία διαμόρφωσης πολιτικών και κοινωνικών προγραμμάτων, σε τελευταία ανάλυση την ίδια τη λαϊκή κυριαρχία. Η σύγχρονη δημοκρατία πρέπει να γίνεται κατανοητή στο πλαίσιο της διεθνούς διακυβέρνησης που είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των δημοκρατιών, των διεθνών οργανισμών και των αγορών. Ως εκ τούτου κρατικές λειτουργίες και αντιπροσωπευτικό σύστημα αποδυναμώνονται, αναδεικνύοντας άλλα πεδία και πόλους εξουσίας, ή ακόμη και αμφισβήτησής της. Η αποδυνάμωση του αντιπροσωπευτικού συστήματος καταλήγει στην εμφάνιση μη πολιτικών ή αντιπολιτικών κινήσεων και κινημάτων, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα στο κοινωνικό σώμα, από τις εξεγερμένες ελίτ έως τους εξεγερμένους υποπρολεταρίους. Μια άλλη, αλλά εξίσου σημαντική, παράμετρος είναι η επίδραση της κρίσης στα δικαιώματα και την ιδιότητα του πολίτη. Αν ο Τ.Χ. Μάρσαλ (T.H. Marshall) όριζε τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιδιότητα του πολίτη ως την επισώρευση των αστικών, των πολιτικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, η κρίσση πλήττοντας και ακυρώνοντας τα κοινωνικά δικαιώματα, πλήττει την ίδια την ιδιότητα του πολίτη. Και βέβαια με ακρωτηριασμένη την ιδιότητα του πολίτη, για ποιο είδος δημοκρατίας μπορούμε να μιλήσουμε;
Η συζήτηση για τη δημοκρατία είναι, και πρέπει να κατανοηθεί ως συζήτηση για την έξοδο, για την επαύριον της κρίσης. Και αν αυτή η έξοδος δεν θα είναι επάνοδος στις παλιές ξένοιαστες μέρες, χρειάζεται να σκεφτούμε την αναθέσμιση της δημοκρατίας, ώστε να αντέξει στις υψηλές θερμοκρασίες που προκαλεί και θα προκαλέσει στο κοινωνικό σώμα η κρίση.
Αντώνης Λιάκος - Εισαγωγή στο βιβλίο του John Keane «Γιατί Δημοκρατία» (Νεφέλη 2012)

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Φτωχοί, όχι Κτήνη;

-Ποιος κυβερνά αυτόν τον κόσμο;
-Ο απαίδευτος νους.
-Ο απαίδευτος νους; Είναι ο πλούσιος; Είναι ο αμόρφωτος; Είναι ο..;
-Είναι ο απαίδευτος νους.
-Τι εννοείς; Τι σημαίνει αυτό;

Ο απαίδευτος νους άγεται και φέρεται. Γίνεται έρμαιο της συγκυρίας. Γίνεται αυτό που συμβαίνει- και τίποτα άλλο.
Ο απαίδευτος νους προσκολλάται πάντοτε στον εκάστοτε Δυνατό. Είναι μια αυτόματη, αντανακλαστική κίνηση. Ο απαίδευτος νους δέχεται τη δωροδοκία, την εύνοια, την υπεροπτική ανοχή του Δυνατού. Μια δουλειά, λίγα χρήματα, ένα αντάλλαγμα. Θα δεχτεί να βελτιώσει πρόσκαιρα τη θέση του και θα επιτρέψει στον βασιλιά, τον κυβερνήτη, τον πρωθυπουργό να συντηρήσει το εκάστοτε διεφθαρμένο καθεστώς του. Ο απαίδευτος νους επιτρέπει την αθλιότητα, όσο εκείνη λειτουργεί υπέρ του. Με τον καιρό θα καμαρώσει κρυφά τη δύναμη της Εξουσίας και τη βαρβαρότητα που την συντηρεί. Όταν ο Δυνατός δεν έχει πια τα μέσα- το χρήμα και την επιρροή- για να τον κρατήσει πιστό, τότε αμέσως στρέφεται στον επόμενο Δυνατό. Σβήνει ξαφνικά με απαξία τη συμμετοχή και την ανοχή του στο θλιβερό παρελθόν. Γίνεται με θρασύτητα ο πιο σκληρός πολέμιος του παλαιού κι ο πιο πιστά οργισμένος ακόλουθος του καινούριου Δυνατού. Και παράλληλα με αυτόν τον φαύλο κύκλο της εξουσίας και τα σερνόμενα πλήθη του, ο απαίδευτος νους πάντοτε εντοπίζει τον αδύναμο.
Ο απαίδευτος νους συντρίβει τον αδύναμο. Ο πλούσιος τον φτωχό. Ο φτωχός τον ακόμα πιο φτωχό. Ο πιο φτωχός τον παρία. Ο παρίας τον ανέγγιχτο («the untouchables», η έσχατη κάστα στην Ινδία). Συχνά οι εξαθλιωμένοι γίνονται ακόμα πιο σκληροί απ’ τους βασανιστές τους – έτσι η Αδικία διαιωνίζεται.
Ο απαίδευτος νους πιστεύει. Ο θεός του είναι η Ισχύς. Αυτήείναι η ιερή του δύναμη. Μόνο αυτή μπορεί να αντιληφθεί. Μπορεί να περιφέρει λεκτικά έννοιες όπως η Αγάπη και η Ελευθερία, να τις περιγράφει, να τις κορνιζάρει με μεγάλα γράμματα, αλλά ποτέ δεν τις ενσωματώνει χωρίς αντάλλαγμα στη μικρή ζωή του. Μόνο μέσα στην επιφάνεια του συγκριτικού βαθμού βρίσκει νόημα. «Είμαι πιο καλός. Ο θεός μου είναι πιο καλός.  Είμαι ανώτερος».
΄    
Ο απαίδευτος νους δεν ξαγρυπνά τις νύχτες. «Πώς έζησα σήμερα; Τι έκανα; Τι δεν έκανα;» «Μήπως αδίκησα κάποιον; Μήπως τον πόνεσα;». Δεν αναρωτιέται. Γιατί ο απαίδευτος νους είναι πάντοτε αδικημένος. Θιγμένος. Κι ,επομένως, πάντοτε δικαιολογημένος. Αυτός είναι ο αγαπημένος του ρόλος.
Ο απαίδευτος νους δηλώνει απερίφραστα και μεγαλόφωνα την ύπαρξη του. Είναι η παράλογη προβολή του πλούτου του, είναι η μίζερη προβολή της ατυχίας του, είναι η αλαζονική προβολή της τιμιότητάς του, της ηθικής του ανωτερότητας.
Ο απαίδευτος νους φοβάται. Φοβάται το Άγνωστο – δηλαδή τα πάντα. Δεν μπορεί να δώσει εξήγηση, δεν έχει την πνευματική ζωή που θα γαληνέψει την άγνοιά του. Κι έτσι αρχετυπικά μετατρέπει το Άγνωστο σε καλό ή κακό θεό, σε δαίμονα ή προστάτη. Τελικά φοβάται και τα δυο.
Ο απαίδευτος νους δεν διστάζει ν’ αφεθεί στα πιο βάρβαρα ένστικτά του – γιατί είναι ό,τι πιο εύκολο μπορεί να κάνει. Η κάθε εποχή θα του δώσει συνθήματα/ επιχειρήματα για κάθε άθλιο εαυτό του.
Ο απαίδευτος νους πηγαίνει στο Σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, λαμβάνει τις πληροφορίες της εποχής του, διαβάζει, αποκτά πείρα, διδάσκει. Αλλά ποτέ δεν διδάσκεται.
Ο απαίδευτος νους ακολουθεί τυφλά την Αυθεντία του καιρού του. Συχνά ταυτίζει τον εαυτό του με την Αυθεντία.
Ο απαίδευτος νους ξέρει. Κατέχει την αλήθεια. Την Απόλυτη Αλήθεια. Δημιουργεί ένα σύννεφο, ένα νεφέλωμα ιδεοληψιών, προκαταλήψεων, στερεοτύπων κι απαράβατων κανόνων. Κρέμεται με υστερία πάνω απ’ το σύννεφο αυτό και πιστεύει πως τον  σηκώνει ψηλά, πως μαζί πηγαίνουν βόλτα πάνω απ’ τις ζωές των άλλων πλασμάτων. Νιώθει θεός τους για μια μέρα – για μια ζωή. Πάνω στο σύννεφο κάνει περίεργες κινήσεις με το σώμα και τα χέρια του, λατρεύει ξύλα, χρυσάφια ,υφάσματα και ρούχα, φτιάχνει τελετές και καταναγκασμούς, αλλά αδυνατεί να πει μια καλημέρα – και να την εννοεί.
Ο απαίδευτος νους ζει μέσα μια διαρκή σύγχυση. Η Σύγχυση σημαίνει πάντοτε Σύγκρουση.
Ο απαίδευτος νους ζει μέσα σε μια διαρκή αντίφαση. Πολεμά στο όνομα της Ειρήνης, Σκοτώνει στο όνομα της Ζωής, Πονά στο όνομα της Αγάπης, Σκλαβώνει στο όνομα της Ελευθερίας, Αδικεί στο όνομα της Δικαιοσύνης, Παρανομεί στο όνομα του Νόμου, Καταστρέφει στο όνομα της Ύπαρξης.
Ο απαίδευτος νους έχει ως σημείο αναφοράς τους εχθρούς. Τους φαντάζεται, τους δημιουργεί, τους ελκύει.
Ο απαίδευτος νους ζει μέσα απ’ τους άλλους. Παραμονεύει. Χάνει χρόνο, απ τον ελάχιστο που διαθέτει στην ενσαρκωμένη ζωή του, για να ασχοληθεί με τα πλάσματα που πιστεύει πως κλέβουν κάτι από τον ζωτικό του χώρο. Δεν αντέχει τη μοναξιά της περισυλλογής. Δεν εμβαθύνει.
Ο απαίδευτος νους είναι ο Δικτάτορας. Του κράτους του, της ομάδας του, της οικογένειας, των παιδιών, των συντρόφων του, των φίλων, της καθημερινότητας.
Ο απαίδευτος νους κρίνει, δεν δημιουργεί.
Ο απαίδευτος νους δεν ζει στο παρόν. Θα στοιχημάτιζε και τη ζωή του για το τι έγινε πριν από χιλιάδες χρόνια, έχει τη βεβαιότητα για το τι πρόκειται να συμβεί. Αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρει τίποτα για το Τώρα.
Ο απαίδευτος νους δεν αναγνωρίζει το ταλέντο, την ομορφιά των άλλων.
Ο απαίδευτος νους δημιουργεί τη γραφειοκρατία. Αγαπά τους τύπους, γιατί δεν απαιτούν βαθύτερη αντίληψη της ζωής, δεν ζητούν κάποια πνευματική διαδρομή, είναι ευκόλως αναγνώσιμοι. Υπάρχουν εκεί, αμετακίνητα παρόντες, ένα έτοιμο εγχειρίδιο.
Ο απαίδευτος νους στηρίζει με τη σιωπή του κάθε φαύλο καθεστώς. Καταστρέφει με το θόρυβό του κάθε δημοκρατία. Γιατί ο λόγος του δεν είναι ποτέ απόσταγμα σκέψης. Βιάζεται να σωπάσει ή να επιβάλει τον λόγο του. Ο απαίδευτος νουςείναι ανυπόμονος. Δεν έχει τον αυθορμητισμό ενός παιδιού, τη λαχτάρα του ερωτευμένου. Δεν κατανοεί τη στωικότητα, την καρτερικότητα, την αξία του λόγου και τη σοφία της σιωπής. Ζει σπασμωδικά, ακριβώς όπως σκέφτεται.
Ο απαίδευτος νους δεν έχει καμία εσωτερική ευγένεια. Ο αληθινά ευγενής άνθρωπος φαίνεται μόνο από τους τρόπους του απέναντι σε εκείνους, τους οποίους δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη.
Ο απαίδευτος νους δεν έχει χιούμορ. Λέει αστεία, γίνεται εύθυμος, σκωπτικός, πικρόχολος και χαιρέκακος. Αλλά δεν επιτρέπει να αγγίξει κανείς – ούτε λεκτικά- την κοσμοθεωρία του.
Ο απαίδευτος νους συγχωρεί τον εαυτό του. Όχι τους άλλους.
Ο απαίδευτος νους μπορεί να είναι μορφωμένος, σοβαρός, καλοντυμένος, να κατέχει φήμη κι αξιώματα, δύναμη, επιρροή και πλούτο. Ο απαίδευτος νους μπορεί να είναι αμόρφωτος, κακοντυμένος, χωρίς κοινωνική θέση κι αξιώματα. Σχηματίζει ομάδες , φράξιες, παρατάξεις, στρατούς, διαχωρισμούς. Οι περισσότερες εποχές της ανθρώπινης ιστορίας ευνοούν τον απαίδευτο νου. Γιατί εκείνος βρίσκει πάντοτε το κατάλληλο έδαφος μέσα στις αυστηρές δομές, στις έτοιμες απαντήσεις, σε ιδεολογικά κατασκευάσματα και θρησκείες. Ο απαίδευτος νους είναι υπάκουος – ή οργανωμένα, κατόπιν προσταγής, ανυπάκουος. Ψάχνει πάντοτε για την πιο ασφαλή φυλακή και τη βαφτίζει ζωή του.
Ο απαίδευτος νους δεν ξέρει τι είναι η καλοσύνη ή η αγάπη άνευ όρων. Δε θα άντεχε ποτέ μια τέτοια αναρχία.
Ο απαίδευτος νους δεν αντέχει τα πλούτη του – γίνεται άπληστος.
Ο απαίδευτος νους δεν αντέχει τη φτώχια του – γίνεται κτήνος.
Γράφει: Πέτρος Κουμπλής  Πηγή: http://www.aixmi.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Όσο μας τρομάζει η μορφή του τέρατος…

Μάνος Χατζιδάκης.

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει [...] Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά [...] Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πως πρέπει, του πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε.
Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική. Όταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε… γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε. Μάνος Χατζιδάκις
Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.
Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς.
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται.
Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.
Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.
Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Shakespeare, Schiller καί Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην “Ερωφίλη”, από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.
Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Αποκλειστική συνέντευξη του Μάρκ Μαζάουερ: ''Η ελληνική κοινωνία θρυμματίστηκε''

Xωρίς υστεροβουλία ή γλυκερές εξιδανικεύσεις, ο βαθύς γνώστης της ελληνικής ιστορίας μιλά για την κρίση της χώρας μας και τους σπασμένους δεσμούς εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και των πολιτικών, και ισχυρίζεται ότι όλα τα σενάρια εξόδου από την ευρωπαϊκή ένωση είναι ανέφικτα, αν όχι ολέθρια.  


Αποκλειστική συνέντευξη του Μάρκ Μαζάουερ: ''Η ελληνική κοινωνία θρυμματίστηκε''
Μέρος της δυσκολίας, που δυσχεραίνει την αντιμετώπιση της κρίσης, είναι και το γεγονός ότι έσπασαν οι δεσμοί εμπιστοσύνης
ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και τους πολιτικούς – και αυτό είναι επικίνδυνο.
 
Ο τρόπος που ο κορυφαίος βρετανός ιστορικός και συγγραφέας Μάρκ Μαζάουερ μιλά για την Ελλάδα από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής θα έπερεπε να αποτελεί πρότυπο προς μίμηση για πολλούς Έλληνες.  Βαθύς γν΄στης της νεότερης ελληνικής ιστορίας και της ιστορίας των Βαλκανίων, μιλά για την ελληνική κρίση ήρεμα, ψύχραιμα, με σεβασμό για μια χώρα που βρίσκεται στη δύσκολη καμπή της νεότερης ιστορίας της, χωρίς, όμως, να παραβλέπει τα σοβαρά προβλήματά της και όσους τα ενίσχυσαν.

Ο φιλελληνισμός του δεν έχει τη γλυκερή εξιδανίκευση άλλων εποχών, ο λόγος του δεν κρύβει την υστερόβουλη κολακεία προς τους απελπισμένους Έλληνες, τακτική που συνηθίζεται τελευταία, και το ενδιαφέρον του για τη χώρα μας δεν ζωήρεψε τη στιγμή που η Ελλάδα έγινε της μόδας ως αρνητική είδηση. Την Τρίτη 23 Οκτωβρίου η Εταιρεία Συγγραφέων θα του απονείμει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το βραβείο «Διδώ Σωτηρίου», που δίδεται σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών. Ο ελληνιστής, μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών και διευθυντής του Κέντρου Παγκόσμιας Ιστορίας στο Κολούμπια, θα μας υπενθυμίσει στην ομιλία του με θέμα την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή κρίση μια ιστορική φυσιογνωμία, τον πρωτεργάτη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, Αλτιέρο Σπινέλι.

Έχετε ερμηνεύσει το ενδιαφέρον σας για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία;
Γιατί να μη με ενδιαφέρει; H σύγχρονη Ελλάδα έχει μια συναρπαστική ιστορία.

Δεν ανήκει στις ηγεμονικές χώρες που προκαλούν, συνήθως, το ενδιαφέρον των ιστορικών.
Αυτ ό είναι αλήθεια, αλλά μερικές φορές μπορεί να μάθει κάποιος πολύ περισσότερα από την ιστορία άλλων χωρών, αντί να περιοριστεί στη μελέτη της δικής του ιστορίας. Δεν μαθαίνει μόνο από τη δύναμη αλλά και από την αδυναμία.

Ένα από τα πιο γνωστά βιβλία σας, «Η Ελλάδα και η ελληνική κρίση του Μεσοπολέμου», αναφέρεται στη μεγάλη οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα τη δεκαετία του ’30, μετά το κραχ. Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα στην κρίση εκείνων των χρόνων και τη σημερινή;
Νομίζω ότι η κατάσταση σήμερα είναι αρκετά διαφορετική. Η σύγχρονη Ελλάδα είναι μια χώρα ευημερούσα, πλούσια. Ακόμα και μετά τη μεγάλη κρίση των τελευταίων δύο, τριών χρόνων παραμένει πιο πλούσια από τα χρόνια που προηγήθηκαν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, βέβαια, οι άνθρωποι ήξεραν πολύ καλά τι είναι η φτώχια και υπήρχαν αρκετοί πόροι μέσα στη χώρα που τη βοήθησαν για να ξεφύγει από την καταστροφή. Όταν η Ελλάδα εγκατέλειψε τον «κανόνα του χρυσού» το 1932, μπήκε σε τροχιά οικονομικής ανάπτυξης. Νομίζω ότι αυτή η προοπτική δεν υπάρχει σήμερα. Συνεπώς, οι επιλογές της Ελλάδας είναι λιγότερες και οι συνθήκες αρκετά πιο δύσκολες. Επιπλέον, η Ελλάδα δεν έχει στην πραγματικότητα την επιλογή να προχωρήσει μόνη της, να εγκαταλείψει το ευρώ, να επιστρέψει στη δραχμή με την ελπίδα να πετύχει κάποιου είδους εσωτερική ανάπτυξη.
Δεν υπάρχουν οι πόροι για να επιτευχθεί η εσωτερική ανάπτυξη. Και αυτή είναι η βασική διαφορά από εκείνα τα χρόνια. Τότε, κάθε χώρα στον κόσμο έκανε το ίδιο πράγμα: μετακινήθηκε από την ανοιχτή σε μια κλειστή οικονομία. Εάν η Ελλάδα ακολουθήσει αυτόν το δρόμο σή μερα, θα είναι η μόνη που θα το κάνει – και θα βρεθεί σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Η σχέση των Ελλήνων με την Ευρώπη μοιάζει να έχει διαταραχτεί. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, αυτοί που βάλλονται περισσότερο, είναι πολύ καχύποπτοι απέναντι στην Ευρώπη και στον τρόπο που διαχειρίζεται το ελληνικό πρόβλημα. Πώς κρίνετε αυτή την εξέλιξη;
Αρκετοί άνθρωποι στην Ευρώπη δεν νοιάζονται για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα – κάποιοι, βέβαια, νοιάζονται ακόμα. Η Ευρώπη έχει στηρίξει, στην πραγματικότητα, αρκετά την Ελλάδα, αλλά αυτές οι καταστάσεις συνοδεύονται από δεσμεύσεις. Συνεπώς, όταν μια χώρα ξεκινά να δανείζεται τόσο μεγάλα ποσά, αρχίζει και να εξαρτάται από τους άλλους. Ο μόνος τρόπος για να μην εξαρτάται κάποιος από τους άλλους είναι να μη δανείζεται. Αν κοιτάξετε τους αριθμούς, θα δείτε ότι το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα από το 2000, τη χρονιά που ξεκίνησε το ευρώ, μέχρι το 2008, που ξεκίνησε η κρίση, αυξήθηκε με έναν εντελώς γελοίο τρόπο σε υπερβολικό βαθμό. Δεν υπήρχε καμία μεταβολή της ελληνικής οικονομίας που να το δικαιολογεί. Και αυτό επετεύχθη μέσω του δανεισμού. Δεν θυμάμαι όλα αυτά τα οκτώ χρόνια να υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που να διαμαρτύρονταν για την Ευρώπη.

Τι λέτε σε όσους υποστηρίζουν ότι η ελληνική κρίση δεν έχει μόνο οικονομική αλλά και πολιτισμική διάσταση, αναφερόμενοι στην κατάρρευση του οικοδομήματος που βασιζόταν στις αξίες του καταναλωτισμού;
H στατιστική θα σας δείξει ότι οι Έλληνες δουλεύουν πιο σκληρά από οποιονδήποτε άλλον στην Ευρωπαϊκή Ένωση – δουλεύουν ενδεχομένως περισσότερες ώρες και πιο απρόβλεπτα από άλλους. Δεν υπάρχει κάποιο πολιτισμικό πρόβλημα που να συνδέεται με την εργασία στην Ελλάδα. Καθετί που συνδέει αυτή την κατάσταση με την εργασιακή κουλτούρα των Ελλήνων είναι άσχετο με την κρίση, βλακώδες. Απλώς η χώρα δανείστηκε πάρα πολλά χρήματα και αυτό που πρέπει να αναρωτηθείτε είναι το γιατί. Γιατί το πολιτικό σύστημα επέτρεψε να συμβεί αυτό; Και όταν λέω το πολιτικό σύστημα, δεν αναφέρομαι μόνο στους πολιτικούς. Επειδή στην Ελλάδα υπάρχει δημοκρατία, αναφέρομαι και στους ανθρώπους που ψήφισαν τους πολιτικούς. Γιατί αυτό το σύστημα δημιούργησε αυτό το ατέλειωτο χρέος; Προσέξτε, το χρέος δεν δημιουργήθηκε μόνο στη χώρα σας, αλλά παντού. Στην Ελλάδα προχώρησε περισσότερο. Ακολούθως, προέκυψε κι ένα άλλο πρόβλημα, που έχει σχέση με τον τρόπο που οι πιστωτές, η διεθνής κοινότητα, χειρίστηκαν την ελληνική κρίση. Ο τρόπος που ζήτησαν από την Ελλάδα να ανταποκριθεί στο πρόβλημα ήταν λανθασμένος, ο χειρισμός τους ήταν πολύ κακός. Το λάθος δεν ήταν αποκλειστικά των Ελλήνων και νομίζω ότι το πρόβλημα δεν συνδέεται με πολιτισμικές αξίες. Είναι καθαρά οικονομικό και πολιτικό.

Στην Αθήνα θα μιλήσετε για την κρίση, αναφερόμενος και σε μια ιστορική φυσιογνωμία της Ευρώπης, τον σημαντικό πολιτικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης Αλτιέρο Σπινέλι. Τι έχει αλλάξει στην Ευρώπη που οραματίστηκε ο Σπινέλι;
Το βασικό στοιχείο που άλλαξε είναι ότι μετακινηθήκαμε από έναν κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι είχαν μια πολύ ισχυρή αίσθηση του συλλογικού συμφέροντος και της κοινωνικής αλληλεγγύης σε έναν κόσμο χωρίς εμπιστοσύνη στην αλληλεγγύη και με τα χρήματα στο πεδίο της οικονομίας να κυριαρχούν. Την εποχή του, ο ίδιος ο Σπινέλι και αρκετοί ακόμα πολιτικοί από την Αριστερά και τη Δεξιά θεωρούσαν τις τράπεζες υπεύθυνες για την οικονομική κρίση των χρόνων 1929-1932. Τις αντιμετώπιζαν, μάλιστα, ως αναγκαίο κακό. Όταν άρχισαν να σκέφτονται την οικονομική ανοικοδόμηση της Ευρώπης, οι τράπεζες ήταν εκεί για να δώσουν χρήματα και να επιτρέψουν στους ανθρώπους να δημιουργήσουν πράγματα, να εμψυχώσουν την παραγωγικότητα της κοινωνίας. Σήμερα, οι τράπεζες δεν βρίσκονται εδώ για να βοηθήσουν την παραγωγικότητα. Έγιναν, κατά μία έννοια, οδηγοί ολόκληρης της οικονομίας. Γι’ αυτό η οικονομική συζήτηση περιστρέφεται μόνο γύρω από τις τράπεζες, τη ρευστότητα και την πολιτική των τραπεζών, την αμοιβή των τραπεζιτών. Βιώνουμε μια εντελώς καινούργια κατάσταση και νομίζω ότι ο Σπινέλι, αν την παρατηρούσε, θα έβλεπε ότι όλα γύρισαν ανάποδα.

Η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κοινότητα είχε και τη σημασία της σταθεροποίησης του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Η σημερινή κρίση επανέφερε, κατά κάποιον τρόπο, στο προσκήνιο ανάλογα ζητήματα και μια συζήτηση για την παραμονή ή την αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ποια είναι η άποψή σας για τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Νομίζω ότι έχετε δίκιο, όταν λέτε ότι η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη είχε και την ισχυρή διάσταση της σταθεροποίησης της ελληνικής δημοκρατίας. Με πολλούς τρόπους η σύνδεση με την Ευρώπη βοήθησε την Ελλάδα οικονομικά και πολιτικά. Τώρα βρίσκεστε σε μια νέα κατάσταση, αρκετά διαφορετική, όπου στην πραγματικότητα οι απαιτήσεις των άλλων μελών-κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μοιάζουν να απειλούν το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Και αυτή είναι μια νέα κατάσταση, πολύ ανησυχητική. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν ολέθρια, πάντως, για τη χώρα. Καθετί που έχει χτιστεί σε πάρα πολλούς τομείς, από την πολιτική μέχρι την οικονομία, θα καταστρεφόταν. Δεν θεωρώ ότι αυτό θα ήταν μια σοφή επιλογή.

Υπάρχει μια γενικευμένη απελπισία στη χώρα. Πώς μπορούν οι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν τέτοιου είδους δύσκολες καταστάσεις;
Πιστεύω ότι ουσιαστικά η Ελλάδα παραμένει πολύ πλούσια κοινωνία όσον αφορά το επίπεδο της εκπαίδευσης των νέων ανθρώπων αλλά και τη γνώση που έχει αποκτήσει στο επίπεδο των υποδομών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς η χώρα θα μπορέσει να τα καταφέρει τα επόμενα πέντε χρόνια. Είναι δύσκολο να μιλήσει για λύσεις κάποιος που ζει έξω από τη χώρα, αλλά νομίζω ότι απαιτείται η ενίσχυση του αισθήματος της αλληλεγγύης, να θελήσουν οι άνθρωποι να δουλέψουν ξανά μαζί και να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον. Μέρος της δυσκολίας, που δυσχεραίνει την αντιμετώπιση της κρίσης, είναι και το γεγονός ότι οι έσπασαν οι δεσμοί εμπιστοσύνης ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και τους πολιτικούς – και αυτό είναι επικίνδυνο. Οι πολιτικοί πρέπει να δείξουν ότι κατανοούν αυτήν τη νέα κατάσταση και να προσπαθήσουν, πρώτα απ’ όλα, να κάνουν τις απαιτούμενες κινήσεις για ν’ ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Στη συνέχεια όλη η κοινωνία οφείλει να κατανοήσει τη δυσκολία της κατάστασης και να πιστέψει ότι στα επόμενα
πέντε χρόνια πολλά πράγματα θα αλλάξουν. Αρκετοί άνθρωποι το καταλαβαίνουν και αυτή είναι πολύ θετική εξέλιξη. Δεν έχω, δυστυχώς, να προτείνω κάποια μαγική λύση. Ο καπιταλισμός είναι ένα πολύ βάναυσο σύστημα σε δύσκολες στιγμές, όπως αυτή που περνάτε. Αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Όσες εναλλακτικές προτάσεις έχω ακούσει –και κάποιες από αυτές ακούγονται υπέροχες– δεν καταλαβαίνω πώς μπορούν να εφαρμοστούν. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις αυτήν τη στιγμή.

Μια άλλη δυσάρεστη εξέλιξη είναι η θεαματική άνοδος μιας ρατσιστικής και φιλοναζιστικής ακροδεξιάς. Πόσο επικίνδυνη τη θεωρείτε;
Για μένα αυτό είναι ένα σύμπτωμα της βαθιάς κρίσης της χώρας και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν πάρα πολύ άνθρωποι. Είναι εξαιρετικά δυσάρεστο να βλέπεις μια χώρα με αυτές τις μνήμες από τον φασισμό και τον ναζισμό, που ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει ρατσισμός, να γεννά ένα τέτοιο κίνημα. Η δημιουργία αυτού του κινήματος είναι, κατά τη γνώμη μου, το σύμπτωμα της απόγνωσης. Αλλά θα πρέπει να λάβετε πολύ σοβαρά υπόψη σας αυτό το σύμπτωμα και να δείτε τι μπορείτε να κάνετε για να το αντιμετωπίσετε. Είναι ξεκάθαρο, τουλάχιστον σ’ εμένα, ότι αυτό το σύμπτωμα δεν παρέχει καμία απάντηση στα προβλήματα της Ελλάδας και στην ουσία δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την αντιμετώπιση της κρίσης, γιατί αποδυναμώνει την
αλληλεγγύη της ελληνικής κοινωνίας, αντί να την ενδυναμώνει. Η παρουσία τους στην ελληνική Βουλή μπορεί να είναι ένα καινούργιο στοιχείο στην Ελλάδα, αλλά όχι στην Ευρώπη.
Νομίζω ότι αποτελεί ένα λυπηρό σημάδι για την κατάσταση της ελληνικής δημοκρατίας και μια προειδοποίηση, ειδικότερα προς τους Έλληνες πολιτικούς, για να δράσουν προς την κατεύθυνση της αλληλεγγύης. Είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Δεν το υποτιμώ καθόλου.

Πρόσφατα πέθανε ο κορυφαίος ιστορικός του 20ού αιώνα Έρικ Χόμπσμπαουμ. Ήταν μια προσωπικότητα που θαυμάζατε;
Ναι, ήταν ένας εξαίρετος ιστορικός και λυπήθηκα πολύ όταν έμαθα τον θάνατό του. Νομίζω ότι ο Έρικ ήταν ένας άνθρωπος της γενιάς του. Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και παρέμεινε κουμουνιστής όλη του τη ζωή, αν και επικρίθηκε αρκετά γι’ αυτό. Δεν είμαι μαρξιστής, αλλά θεωρώ ότι ο μαρξισμός ήταν, για εκείνον, ένα πολύ ισχυρό μέσο για να κατανοήσει τον καπιταλισμό. Ήταν ένας πολύ ρεαλιστής μαρξιστής και πιστεύω ότι, για να καταλάβουμε τον καπιταλισμό, μπορούμε να τον ξαναδιαβάσουμε. Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στη χώρα σας επικεντρωμένοι μόνο στην Ελλάδα, αλλά να πρέπει δούμε το πρόβλημά της στο πλαίσιο του παγκόσμιου καπιταλισμού. Και από αυτή την άποψη θεωρώ την προσέγγιση του Χόμπσμπαουμ σημαντική.

Ανάμεσα στα βιβλία του που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας είναι και τα εξής:
Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, ΜIET, 2002
Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994
Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006
Η Αυτοκρατορία του Χίτλερ.Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2009

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Quo vadis Graecia?



Πού πας Ελλάδα; Από το 2008 το ερώτημα απασχολεί ηγέτες υπερδυνάμεων, αγχώνει ευρωκράτες των Βρυξελλών και φοβίζει το πανελλήνιο. Εύλογη η ανησυχία καθώς η εθνική οικονομία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση: εισοδήματα πεσμένα 20%, επενδύσεις στο μισό, η ανεργία στα ύψη. Έντεκα εκατομμύρια πολίτες εξαρτώνται οικονομικά από δυόμισι εκατομμύρια θέσεις εργασίας ενός ιδιωτικού τομέα που παραπαίει. 
Στο ζοφερό αυτό τοπίο, πολλοί ζουν με την ελπίδα της αυτόματης ανάκαμψης. Ευελπιστούν πως τα χειρότερα πέρασαν και η εθνική οικονομία, αργά ή γρήγορα, θα βελτιωθεί αυτοβούλως και θα αναπληρώσει τις απώλειες της τελευταίας πενταετίας. Εκεί ποντάρει η πολιτική ηγεσία της χώρας, που έχει στρέψει όλη την προσοχή της στην ανεύρεση φόρων και δανείων για να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις του επόμενου μήνα. Εκεί ποντάρουν οι συντεχνίες που αγωνίζονται πεισματικά, και μέχρι στιγμής αποτελεσματικά, να προστατέψουν τα κεκτημένα τους. Σ’ αυτό φαίνεται να ελπίζουν και μεγάλα στρώματα, αν όχι η πλειονότητα, του ελληνικού λαού που ευαγγελίζονται μια γρήγορη «πολιτική» λύση των προβλημάτων τους χωρίς την μακρόπνοη λιτότητα που απαιτούν από τη χώρα τα Μνημόνια και μακριά από τις ριζικές μεταρρυθμίσεις που συνιστούν, σχεδόν ομόφωνα, οι «τεχνοκράτες».
Επίκειται λοιπόν κάποια, έστω και αργή, αναστροφή της οικονομίας από τον επόμενο χρόνο προς την προ του 2008 κατάσταση; Ή μήπως είναι η βαθιά κρίση το πρώτο στάδιο μονιμότερης στροφής από τον πλούτο των αμέσως προηγούμενων δεκαετιών στην ιστορική φτώχεια των Βαλκανίων; Είναι το μέλλον της χώρας παρόμοιο με της Ιταλίας ή με της Αλβανίας; Θα επιστρέψουν οι χαμηλόμισθοι και συνταξιούχοι στα χίλια ευρώ τον μήνα ή θα κατρακυλήσουν οι αμοιβές στα διακόσια με τριακόσια που έπαιρναν οι παππούδες τους πριν από πενήντα χρόνια;
Η οικονομική επιστήμη περιγράφει σαφέστατα τη συνταγή της επιτυχημένης ανάπτυξης, της οποίας η ουσία συνοψίζεται στο γνωστό τρίπτυχο του Σκώτου φιλόσοφου Αδάμ Σμιθ, «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Η συνταγή αυτή εφαρμόσθηκε κατά γράμμα σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου. Σήμερα δοκιμάζεται, με κάποιες ατέλειες και αρκετή επιτυχία, από τρεις γείτονες· Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία.
Στοιχεία από το τρίπτυχο του Σμιθ εφάρμοσε και η Ελλάδα κατά τις δεκαετίες 1950-1970, την ίδια ώρα που η συνταγή του απορριπτόταν παντελώς από τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες που παραδόθηκαν στον κρατισμό για πενήντα ολόκληρα χρόνια, με αρχή το 1945. Το αποτέλεσμα είναι πασίγνωστο. Η Ελλάδα, παραδοσιακά η δεύτερη φτωχότερη χώρα της Βαλκανικής, ξεπέρασε σε πλούτο όλη τη χερσόνησο, προσελκύοντας μετανάστες από τους γείτονες και παραπέρα. Με τη Μεταπολίτευση, όμως, η χώρα εγκατέλειψε σταδιακά τη συνταγή της επιτυχίας και την περιφρόνησε ολοκληρωτικά την τελευταία δεκαετία.
Η ριζική αλλαγή πλεύσης της χώρας σε καίρια ζητήματα εσωτερικής ειρήνης, φόρων και λειτουργίας θεσμών φαίνεται επιγραμματικά από τα στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας, του Διεθνούς Οικονομικού Βήματος και της Διεθνούς Διαφάνειας. Στο κέντρο της Αθήνας έγιναν το προηγούμενο έτος 1.800 διαδηλώσεις. Τα πολιτικά κόμματα και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έχουν αναδειχθεί σε παγκόσμιους πρωταθλητές διαφθοράς· τα κόμματα παίρνουν χάλκινο μετάλλιο ανάμεσα σε 69 χώρες, τα ΜΜΕ παίρνουν χρυσό. Στην έκδοση αδειών, ισχύ συμβολαίων, προστασία επενδυτών και λειτουργία αγορών, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο κατώτερο 25% της υδρογείου. Ο τόπος είναι φέτος τελευταίος σε ανταγωνιστικότητα ανάμεσα σε δέκα βαλκανικές χώρες, από πρώτος που ήταν το 2006.
Λογαριάζουν, λοιπόν, χωρίς τον ξενοδόχο όσοι προσδοκούν σε σύντομη έξοδο από την κρίση. Οι ιδιωτικές επενδύσεις εξαφανίστηκαν, τα οδικά δίκτυα μένουν στάσιμα, οι παραδοσιακές «βαριές βιομηχανίες» του τόπου οπισθοχωρούν. Η ναυτιλία μαστίζεται από τη διεθνή κρίση εμπορίου. Η τουριστική αξιοποίηση των απαράμιλλων φυσικών και πολιτιστικών πλεονεκτημάτων του τόπου αναιρείται από την απουσία κοινωνικής αρμονίας, τις σοβαρές και επιτεινόμενες ελλείψεις στις υποδομές, καθώς και από την ατελή επαγγελματική κατάρτιση του εργατικού δυναμικού. Μεγάλη η ακτογραμμή της χώρας, πολλά τα νησιά, λίγες οι κρουαζιέρες.
Πού πας Ελλάδα; Οι επιστήμονες που εξέτασαν την άρρωστη οικονομία σου ομόφωνα συμβουλεύουν ριζικές αλλαγές στον τρόπο ζωής σου, με συνταγές που προσαρμόζουν στην εποχή μας το ρητό «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Και συ πώς απαντάς; Mε τριάντα πέντε χιλιάδες (35.000) απεργίες και εκατόν εβδομήντα πέντε χιλιάδες (175.000) νομοθετήματα μέσα σε τριάντα χρόνια. Με καταστροφική φορολογία του ιδιωτικού τομέα για να συντηρήσεις το αδηφάγο Δημόσιο. Και με σύννεφο διαφθοράς που κοντεύει να σκεπάσει την υδρόγειο.
Πού πας Ελλάδα; Ελπίζεις ακόμη σε μια θαυματουργή και ανώδυνη «πολιτική» λύση της κρίσης χωρίς να δουλέψεις περισσότερο, χωρίς να ξορκίσεις τη διαφθορά, χωρίς καμιά από τις αλλαγές που σου συνιστούν όλοι οι ειδικοί; Αν δεν αλλάξεις πορεία, θα χάσεις όποιες θυσίες έκανες μέχρι τώρα και θα οδηγήσεις τους Ελληνες σε βαθιά υπανάπτυξη.
   * Ο κ. Κώστας Αζαριάδης είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον του Σεντ Λούις

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Η χρυσή αυγή στο σχολείο μου…ΤΟ ΤΕΛΟΣ.

Φτάνοντας σήμερα το πρωί στο σχολείο , βλέπω μια ομάδα παιδιών να παίζουν κάνοντας τους χρυσαυγίτες. Σηκώνουν τα δεξιά τους χέρια και με χαιρετούν φασιστικά. 
Το σοκ , απίστευτο.
Η πίεση ξεπέρασε το 20…
Τα μαζεύω γύρω μου και αρχίζω να τους μιλάω. Γιατί το κάνουν αυτό , τι σημαίνει , που το είδαν , τι τους άρεσε σε αυτό ;
Οι απαντήσεις τους σαφέστατες. Τους εντυπωσίασε η στρατιωτική δομή και η πειθαρχία. Τους εντυπωσίασε το παρουσιαστικό των ναζί. Τους άρεσε ο τρόπος που διέταξαν τους δημοσιογράφους στη συνέντευξη τύπου του Αρχημαλάκα , το βράδυ των εκλογών.
Αφού κατάλαβα ότι αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν σε οποιαδήποτε παραγωγική συζήτηση , απομακρύνθηκα.
Στο γραφείο των καθηγητών όλοι μιλούσαν για τα αποτελέσματα των εκλογών και εστίαζαν στο φαινόμενο ”χρυσό αυγό”.
Σχολιασμοί , αλλά κανένας δεν έμπαινε στην ουσία.
Ώρα να διδάξω με το παράδειγμα.
Μπαίνω στην τάξη , για μάθημα.
Ανοίγω την πόρτα και κραυγάζω ”εγέρθητι”.
Τα παιδιά αποσβολωμένα με κοιτάζουν παράξενα.
Επαναλαμβάνω το παράγγελμα και τους λέω πως όποιος δεν σηκωθεί την ώρα που μπαίνω ΕΓΩ θα υποστεί τις συνέπειες της ανυπακοής και προσβολής του καθηγητή.
Και σηκώνονται όλοι…
Μέσα μου έτρεμα από θυμό και απόγνωση.
ΟΥΤΕ ΈΝΑΣ ΔΕΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΒΛΑΚΕΙΑ ΜΟΥ!
Το συνέχισα κι άλλο.
Όταν θα σηκώνομαι από την έδρα θα σηκώνεται , σε ένδειξη σεβασμού και όλη η τάξη ΕΙΠΑ.
Στο πρώτο τέταρτο σηκώθηκα και κάθισα στην έδρα πάνω από 10 φορές.
Κανονικό καψόνι.
Όλη η τάξη σηκωνόταν την ώρα που σηκωνόμουν.
Πόσο είπαμε πως είχε φτάσει η πίεση την ώρα που έφτασα;
Ε , καμία σχέση…τώρα είχε χτυπήσει κόφτες.
Κανένας , μα κανένας δεν αντέδρασε.
Ρε πούστη μου , ας βρισκόταν έστω και ένας να με αμφισβητούσε , να με έβριζε , να με πλάκωνε…
Κανένας.
Το χόντρυνα κι άλλο το παιχνίδι λοιπόν.
Μέσα στο τμήμα υπήρχαν δύο από τα παιδιά που με χαιρέτησαν ναζιστικά το πρωί.
Μόλις ο ένας από τους δύο πήγε να γυρίσει στιγμιαία στο πίσω θρανίο  , σηκώθηκα έξαλλος και άρχισα να του φωνάζω , τι συμπεριφορά είναι αυτή , που νομίζει ότι βρίσκεται , δεν σέβεται καθόλου τον δάσκαλο και τους συμμαθητές του.
Κατά σύμπτωση έπεσε και το στυλό του άλλου , από τους δύο. Άρχισα να φωνάζω και σε αυτόν.
Τους έβγαλα έξω από την τάξη και τους έστειλα στον διευθυντή.
Στο διάλειμμα πήγα στο γραφείο του διευθυντή και ζήτησα να αποβληθούν για δύο μέρες οι συγκεκριμένοι μαθητές , γιατί δεν σεβάστηκαν το δάσκαλο και τους συμμαθητές τους και παρεμπόδισαν το μάθημα.
Ο διευθυντής τους απέβαλε!!!
Το ίδιο συνέβει και στα άλλα τμήματα που είχα μάθημα (όμως δεν απέβαλα άλλους).
Τι άλλο να σας πω…
Να σας πω για τον εκφασισμό που ζούμε όλοι μας ;
Να σας πω πως πρέπει να κρεμαστούν οι υπεύθυνοι που εξέθρεψαν αυτό το φαινόμενο ;
Να σας πω πως το έγκλημα που έχει διαπραχθεί έχει δηλητηριάσει την συμπεριφορά των παιδιών μας ;
Να σας πω πως σκέφτομαι να μηνύσω τον Άρειο Πάγο που έδωσε άδεια σε αυτό το έκτρωμα ώστε να συμμετάσχει σε δημοκρατικές διαδικασίες ;
Να σας πω πως αυτοί είμαστε ;
Ήθελα να δείξω στα παιδιά , με τη δύναμη του παραδείγματος , ότι όποιος ασπάζεται το απόλυτο κακό πρέπει να είναι έτοιμος και να το υποστεί.
1)Αύριο σκέφτομαι να επαναλάβω πάλι την ίδια συμπεριφορά…
2)Αύριο σκέφτομαι να πάω στο σχολείο και να εξηγήσω στα παιδιά το λόγο της συμπεριφοράς μου και να ζητήσω συγνώμη.
 - – - – -
Αυτό που έγινε την Τρίτη , συνεχίστηκε την Τετάρτη και την Πέμπτη (χωρίς αποβολές αλλά με αρκετή αυστηρότητα).
Το σχολείο που είμαι , είναι ένα Γυμνάσιο σε μια αγροτοκτηνοτροφική περιοχή.
Τα παιδιά δεν ξεπερνούν τα 90.
Πολλά από αυτά ταξιδεύουν μιάμιση ώρα με το λεωφορείο κάθε πρωί για να έρθουν σχολείο.
Αρκετά ζουν εντελώς απομονωμένα , καθώς τα ζώα των γονιών τους καθορίζουν την διαμονή τους. Για αυτά τα παιδιά το σχολείο αποτελει την μόνη επαφή τους με άλλα παιδιά.
Τα πιο πολλά από αυτά συνεχίζουν στο τεχνικό λύκειο και ελάχιστα στο ενιαίο. Για αρκετά παιδιά το τέλος του γυμνασίου , είναι και το τέλος της σχολικής ζωής.
Την Τετάρτη το πρωί με πλησίασε ένα τσιγγανόπουλο , ο Αλέξης και με χαμόγελο μου είπε πως είναι ώρα να κόψω την πλάκα και να σταματήσω να είμαι διαφορετικός από ότι ήμουν  πριν.
Πραγματικά χάρηκα που ένα από τα παιδιά βρήκε το θάρρος να με πλησιάσει χαμογελώντας.
Του είπα πως σύντομα θα τους εξηγούσα την συμπεριφορά μου και του ζήτησα να μην πει τίποτα στους συμμαθητές του.
Σε κάποιο από τα επόμενα διαλείμματα με πλησίασε ένα παιδί της πρώτης γυμνασίου. Ο πατέρας του είναι ο παπάς ενός κοντινού χωριού.
Στην κουβέντα μας για το πως είναι ο πατέρας του , τι κάνει και τα σχετικά , ανάμεσα στα άλλα μου είπε , με την παιδική του αφέλεια , ότι ο πατέρας του ψήφισε χ.α.
Στην ερώτησή μου γιατί το έκανε αυτό μου απάντησε (όπως άκουσε από τον παπά δηλαδή) ”Για να φύγουν οι Αλβανοί , οι Βούλγαροι , οι Πακιστανοί και οι γύφτοι”.
Του είπα να θυμίσει στον πατέρα του , το μεσημέρι , ότι ο Χριστός είπε ότι δεν έχει καμία σημασία το χρώμα , η φυλή και το φύλο των ανθρώπων και πως είπε να αγαπάμε τον διπλανό μας σαν αδελφό. 



Το παιδάκι , αφού σάστισε για λίγο , χαμογέλασε και στην ερώτησή μου αν έχω δίκιο ή άδικο , συμφώνησε πως έτσι είναι όπως τα λέω.
Την Πέμπτη το απόγευμα συζήτησα με την γυναίκα μου και καταλήξαμε ότι πρέπει να τελειώνει αυτή η ιστορία.
Πραγματικά την Παρασκευή , σήμερα δηλαδή , μάζεψα τα παιδιά στο προαύλιο.
Ήταν το μεγάλο διάλειμμα στις έντεκα και μισή.
Μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχα κάνει κουβέντα με κανέναν άλλον καθηγητή.
Στο κάλεσμα των παιδιών μαζεύτηκαν και τέσσερις καθηγητές.
Άρχισα να λέω στα παιδιά ότι όλες τις προηγούμενες μέρες η συμπεριφορά μου ήταν διαφορετική και τους ρώτησα αν κατάλαβε κάποιος τον λόγο.
Τα παιδιά με κοίταζαν αμίλητα.
Τους εξήγησα τότε ότι η συμπεριφορά μου είχε αλλάξει γιατί βρισκόταν σε κίνδυνο η δική τους συμπεριφορά.
Όταν θεωρούν ως πρότυπα κάποιες αρρωστημένες καταστάσεις τότε είναι θέμα χρόνου να αρρωστήσουν και τα ίδια.
Τους μίλησα για τον παραλογισμό του ναζισμού.
Τους εξήγησα με ποιο τρόπο ένας τρελός , ο χίτλερ , κατάφερε και παρέσυρε έναν ολόκληρο λαό.
Τους θύμισα τα γεγονότα του Β΄ Παγκόσμιου πόλεμου.
Τους θύμισα τη σφαγή στα Καλάβρυτα , που είναι και κοντά μς.
Τους θύμισα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Εξήγησα στα παιδιά ότι ο ναζισμός δεν είναι στάση ζωής , ούτε πολιτική πράξη αλλά ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΨΥΧΙΚΗ ΑΡΡΩΣΤΙΑ .
Τους είπα πως η συμπεριφορά μου τις τελευταίες μέρες δεν θα ήταν τίποτα μπροστά στο τι θα συνέβαινε αν υπήρχε πραγματικός ναζισμός στη χώρα.
Τους διηγήθηκα σκηνές από τα μαθητικά μου χρόνια , τότε που μας ξύριζαν το κεφάλι , μας φορούσαν ποδιές , πηγαίναμε τις Κυριακές στην εκκλησία με απουσίες και δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε τα απογεύματα από τον φόβο του παιδονόμου.
Πρώτη φορά είδα 90 παιδιά και να μην ακούγεται η ανάσα τους.
Παίρνει το λόγο τότε ένας συνάδελφος φιλόλογος και άρχισε να μιλά και αυτός στα παιδιά. Το ίδιο έκανε και η καθηγήτρια των αγγλικών και της βιολογίας.
Χτύπησε το κουδούνι και τα παιδιά πήγαν προβληματισμένα στις τάξεις τους.
Είχα την ευκαιρία να πούμε περισσότερα τις επόμενες ώρες , σε κάθε τμήμα χωριστά.
Η όλη ιστορία έχει πάρει το δρόμο της μέσα στο σχολείο μας.
Αυτά που έγιναν στο σχολείο δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτά που έγιναν στο διαδίκτυο.
Πριν λίγο καιρό φτιάξαμε αυτό το blog για να λέμε τις απόψεις μας. Αυτοί που μας διαβάζουν είναι φίλοι από το twitter και μερικοί άλλοι.
Με το αναρτήσαμε το ”Η χρυσή αυγή στο σχολείο μου…” χάσαμε κυριολεκτικά την ησυχία μας.
Πολλές χιλιάδες άνθρωποι το διάβασαν.
Έγινε reblogged και αναδημοσιεύτηκε από τόσους που χάσαμε το μέτρημα. Τα σχόλια που γράφτηκαν στα άλλα blogs ήταν αδύνατο να τα παρακολουθήσουμε όλα…
Μια ανάγνωση των πρώτων σχολίων μας δημιούργησε μια απαίσια αίσθηση.
Άνθρωποι που σχολίαζαν για να σχολιάζουν…
Οι περισσότεροι μίλησαν για πείραμα.
ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΕΙΡΑΜΑ.
Ποτέ δεν θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω τα παιδιά , θα ήταν η απόλυτη ντροπή.
Τι ήταν ;
Ήταν ο παλαιότερος και πιο αποτελεσματικός τρόπος διδασκαλίας : ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.
Με το παράδειγμα δίδασκε ο Σωκράτης. Το σπουδαιότερο μάθημα το έδωσε πίνοντας το δηλητήριο.
Με το παράδειγμα δίδασκε ο Χριστός.
Με το παράδειγμα διδάσκουμε όλοι δάσκαλοι.
Θυμάται κανείς από εσάς τη λαική ρήση : ”δάσκαλε που δίδασκες…” ;
Ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να μάθει μόνο μαθηματικά , αρχαία , φυσική στα παιδιά. Ο ρόλος του σχολείου είναι να δημιουργεί ελεύθερους , σκεπτόμενους , ανεξάρτητους ανθρώπους.
Στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς , εδώ και 26 χρόνια , επισημαίνω στα παιδιά ότι ο πρωταρχικός στόχος των μαθημάτων μου είναι να τους μάθω να αμφισβητούν.
Μερικοί στα σχόλιά τους μίλησαν για προσπάθεια πολιτικής καθοδήγησης από εμένα.
Αυτό ούτε σε βιβλίο επιστημονικής φαντασίας δεν μπορείς να το βρεις.
Αυτή η παρατήρηση δείχνει ότι οι περισσότεροι άλλα διαβάζουν και άλλα καταλαβαίνουν.
Άλλοι στα σχόλιά τους μίλησαν για την κατάντια της ελληνικής εκπαίδευσης.
Είμαι σίγουρος πως αυτή την κατάντια την βλέπουμε παντού. Οι ίδιοι παρατηρούν την κατάντια της αστυνομίας , των εφοριών , των δημοσίων υπηρεσιών , της ίδιας της δουλειάς τους.
Είναι οι συνηθισμένοι κακόμοιροι που βλέπουν συνεχώς τα πάντα να καταρρέουν γύρω τους και αυτοί βλέπουν πάντα το σωστό και το επισημαίνουν. Μόνο που το βλέπουν και το επισημαίνουν πάντα κατόπιν εορτής και με ένα χαιρέκακο ύφος λένε :”είδες…τα έλεγα εγώ”.
Αυτοί είναι οι ”αν ήμουν πρωθυπουργός εγώ…” , οι έχοντες γνώση για όλα από σεισμούς , οικονομικά , μηχανολογικά , εικαστικά , φιλοσοφικά , οι ΕΙΔΗΜΟΝΕΣ.
Έχει τα προβλήματά της η εκπαίδευση , τα οποία όμως μπορούν να λυθούν με κοινή προσπάθεια. Προσπάθεια που δε καταβάλει κανένας και τα περιμένουν όλα από κάποιους αρχηγούς. Αφήνουν απρόσωπους θεσμούς να καθορίζουν την εκπαίδευση των παιδιών τους εθελοτυφλώντας μπροστά στην καταδίκη του μέλλοντος των παιδιών τους.
Είναι οι ίδιοι που επισημαίνουν κατάντιες ενώ οι ίδιοι στη δουλειά και στη ζωή τους κάνουν πάντα τις λάθος επιλογές.
Είναι αυτοί που μόνο επισημαίνουν και ποτέ δεν παρεμβαίνουν.
Αν ήταν δάσκαλοι θα είχαν επισημάνει το πρόβλημα που δημιουργεί ο ναζιστικός μιμητισμός  και θα εστίαζαν στις εξισώσεις , στον πλάγιο λόγο , στα πέταλα και στα σέπαλα και στην εργασία των καλλιτεχνικών…
Η αντίληψη των παιδιών σήμερα στο σχολείο μου ενίσχυσε την πεποίθηση ώστε να μην υπεκφεύγω από κανένα πρόβλημα και καμιά πρόκληση.
Όταν θα δω κάτι θα αντιδράσω. Μπορεί μερικές φορές να φαίνομαι γραφικός και ιδιότροπος. Το προτιμώ από το να κλείνω τα μάτια και τα αυτιά. Δεν μπορώ να ακούω καθημερινά ”δε βαριέσαι” και ”ντάξει”.
Μερικοί στα σχόλιά τους αντέδρασαν για τις αποβολές που έδωσα στα παιδιά.
Οι αποβολές ήταν δύο ωρών (μέχρι το τέλος της ημέρας).
Στα 26 χρόνια ως καθηγητής έχω καταφύγει στις αποβολές 2 φορές.
Η πρώτη ήταν πριν 20 και βάλε χρόνια και αφορούσε το γιο γνωστού αγροτοσυνδικαλιστή (που ανέβαινε στα τρακτέρ και έκλεινε δρόμους) γιατί θεωρούσε ότι το σχολείο του ανήκει και μπορούσε να φέρετε με άσχημο τρόπο στους συμμαθητές του. Η δεύτερη φορά ήταν πριν τέσσερα χρόνια όταν τρεις ”μαθητές” στρίμωξαν ένα ”αγαθό” κορίτσι στο λεβητοστάσιο του σχολείου και ασελγούσαν.
Θέλω να πω και δυο λόγια σε όλους τους γονείς.
Εσείς δεν είστε που μαθαίνετε στα παιδιά σας να συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο και έπειτα παραπονιέστε ότι η κοινωνία έχει χαλάσει ;
Για αναλογιστείτε την κατάσταση που έχετε διαμορφώσει στα σπίτια σας…
Μυστικά , μισές κουβέντες , υποκρισία , κανένας διάλογος , βαρεμάρα , έλλειψη στόχων και προσανατολισμού , ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ.
Περιχαρακωμένοι μέσα στον μικροαστισμό σας , θεωρείτε πως τα όνειρα που κάνατε για την ζωή σας και δεν τα πραγματοποιήσατε θα βρουν την έκφρασή τους στα παιδιά σας. Τα υπερπροστατεύετε γιατί θεωρείτε πως όλα γύρω σας είναι απειλές.Έχετε χάσει την εμπιστοσύνη σας στην κοινωνία. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ , που όλοι ψάχνετε με αγωνία να βρείτε. Ο ολοκληρωτισμός και ο φασισμός ξεκινά από το σαλόνι σας , βγαίνει μια βόλτα μέχρι το δρόμο και πίνει καφέ μαζί σας στην πλατεία.
Παραπονιέστε πως σας περιορίζει η οικογένεια και τα παιδιά σας και πως αν ήσασταν μόνοι σας όλα θα ήταν διαφορετικά.
Παραπονιέστε όταν μεγαλώνουν τα παιδιά σας και φεύγουν από το σπίτι.
Γενικά ένα παράπονο είναι όλη σας η ζωή , χωρίς καμιά αντίδραση και χωρίς καμιά διάθεση να διορθώσετε τίποτα.
Όλα τα περιμένετε από τους άλλους . . . και τους κρίνετε και από πάνω!
Όσο για μένα , έχω δύο παιδιά και τα αγαπώ ακριβώς το ίδιο με τα δικά σας.
Όσοι ευχήθηκαν ( το έγραψαν πολλοί) να με έβρισκε εγκεφαλικό εξαιτίας της πίεσης που μου ανέβηκε , έχω να σας πω , πως ήταν σχήμα λόγου και ούτε πίεση έχω και είμαι και υγιέστατος.
Θα συνεχίσω να παρεμβαίνω , να διδάσκω , να τσακώνομαι , να βρίζω , να περνάω καλά.
Εσείς προσέξτε μη τύχει και τα παιδιά σας μάθουν τι είναι η αλήθεια , τι είναι ο αυτοσεβασμός , τι είναι η ζωή.
Ευχαριστώ αυτούς που κατάλαβαν την πρόθεσή μου και μου έστειλαν τα σχόλια – αλληλεγγύη τους.
Υ.Γ. Όσοι διαβάζετε ένα κείμενο από αναδημοσίευση καλό θα ήταν να κοιτάτε το προφίλ και τα δείγματα γραφής του αρχικού blog που δημοσίευσε το κάθε άρθρο. Θα σας βοηθήσει να καταλάβετε το πραγματικό νόημα του κάθε κειμένου.

by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com