Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Φτωχοί, όχι Κτήνη;

-Ποιος κυβερνά αυτόν τον κόσμο;
-Ο απαίδευτος νους.
-Ο απαίδευτος νους; Είναι ο πλούσιος; Είναι ο αμόρφωτος; Είναι ο..;
-Είναι ο απαίδευτος νους.
-Τι εννοείς; Τι σημαίνει αυτό;

Ο απαίδευτος νους άγεται και φέρεται. Γίνεται έρμαιο της συγκυρίας. Γίνεται αυτό που συμβαίνει- και τίποτα άλλο.
Ο απαίδευτος νους προσκολλάται πάντοτε στον εκάστοτε Δυνατό. Είναι μια αυτόματη, αντανακλαστική κίνηση. Ο απαίδευτος νους δέχεται τη δωροδοκία, την εύνοια, την υπεροπτική ανοχή του Δυνατού. Μια δουλειά, λίγα χρήματα, ένα αντάλλαγμα. Θα δεχτεί να βελτιώσει πρόσκαιρα τη θέση του και θα επιτρέψει στον βασιλιά, τον κυβερνήτη, τον πρωθυπουργό να συντηρήσει το εκάστοτε διεφθαρμένο καθεστώς του. Ο απαίδευτος νους επιτρέπει την αθλιότητα, όσο εκείνη λειτουργεί υπέρ του. Με τον καιρό θα καμαρώσει κρυφά τη δύναμη της Εξουσίας και τη βαρβαρότητα που την συντηρεί. Όταν ο Δυνατός δεν έχει πια τα μέσα- το χρήμα και την επιρροή- για να τον κρατήσει πιστό, τότε αμέσως στρέφεται στον επόμενο Δυνατό. Σβήνει ξαφνικά με απαξία τη συμμετοχή και την ανοχή του στο θλιβερό παρελθόν. Γίνεται με θρασύτητα ο πιο σκληρός πολέμιος του παλαιού κι ο πιο πιστά οργισμένος ακόλουθος του καινούριου Δυνατού. Και παράλληλα με αυτόν τον φαύλο κύκλο της εξουσίας και τα σερνόμενα πλήθη του, ο απαίδευτος νους πάντοτε εντοπίζει τον αδύναμο.
Ο απαίδευτος νους συντρίβει τον αδύναμο. Ο πλούσιος τον φτωχό. Ο φτωχός τον ακόμα πιο φτωχό. Ο πιο φτωχός τον παρία. Ο παρίας τον ανέγγιχτο («the untouchables», η έσχατη κάστα στην Ινδία). Συχνά οι εξαθλιωμένοι γίνονται ακόμα πιο σκληροί απ’ τους βασανιστές τους – έτσι η Αδικία διαιωνίζεται.
Ο απαίδευτος νους πιστεύει. Ο θεός του είναι η Ισχύς. Αυτήείναι η ιερή του δύναμη. Μόνο αυτή μπορεί να αντιληφθεί. Μπορεί να περιφέρει λεκτικά έννοιες όπως η Αγάπη και η Ελευθερία, να τις περιγράφει, να τις κορνιζάρει με μεγάλα γράμματα, αλλά ποτέ δεν τις ενσωματώνει χωρίς αντάλλαγμα στη μικρή ζωή του. Μόνο μέσα στην επιφάνεια του συγκριτικού βαθμού βρίσκει νόημα. «Είμαι πιο καλός. Ο θεός μου είναι πιο καλός.  Είμαι ανώτερος».
΄    
Ο απαίδευτος νους δεν ξαγρυπνά τις νύχτες. «Πώς έζησα σήμερα; Τι έκανα; Τι δεν έκανα;» «Μήπως αδίκησα κάποιον; Μήπως τον πόνεσα;». Δεν αναρωτιέται. Γιατί ο απαίδευτος νους είναι πάντοτε αδικημένος. Θιγμένος. Κι ,επομένως, πάντοτε δικαιολογημένος. Αυτός είναι ο αγαπημένος του ρόλος.
Ο απαίδευτος νους δηλώνει απερίφραστα και μεγαλόφωνα την ύπαρξη του. Είναι η παράλογη προβολή του πλούτου του, είναι η μίζερη προβολή της ατυχίας του, είναι η αλαζονική προβολή της τιμιότητάς του, της ηθικής του ανωτερότητας.
Ο απαίδευτος νους φοβάται. Φοβάται το Άγνωστο – δηλαδή τα πάντα. Δεν μπορεί να δώσει εξήγηση, δεν έχει την πνευματική ζωή που θα γαληνέψει την άγνοιά του. Κι έτσι αρχετυπικά μετατρέπει το Άγνωστο σε καλό ή κακό θεό, σε δαίμονα ή προστάτη. Τελικά φοβάται και τα δυο.
Ο απαίδευτος νους δεν διστάζει ν’ αφεθεί στα πιο βάρβαρα ένστικτά του – γιατί είναι ό,τι πιο εύκολο μπορεί να κάνει. Η κάθε εποχή θα του δώσει συνθήματα/ επιχειρήματα για κάθε άθλιο εαυτό του.
Ο απαίδευτος νους πηγαίνει στο Σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, λαμβάνει τις πληροφορίες της εποχής του, διαβάζει, αποκτά πείρα, διδάσκει. Αλλά ποτέ δεν διδάσκεται.
Ο απαίδευτος νους ακολουθεί τυφλά την Αυθεντία του καιρού του. Συχνά ταυτίζει τον εαυτό του με την Αυθεντία.
Ο απαίδευτος νους ξέρει. Κατέχει την αλήθεια. Την Απόλυτη Αλήθεια. Δημιουργεί ένα σύννεφο, ένα νεφέλωμα ιδεοληψιών, προκαταλήψεων, στερεοτύπων κι απαράβατων κανόνων. Κρέμεται με υστερία πάνω απ’ το σύννεφο αυτό και πιστεύει πως τον  σηκώνει ψηλά, πως μαζί πηγαίνουν βόλτα πάνω απ’ τις ζωές των άλλων πλασμάτων. Νιώθει θεός τους για μια μέρα – για μια ζωή. Πάνω στο σύννεφο κάνει περίεργες κινήσεις με το σώμα και τα χέρια του, λατρεύει ξύλα, χρυσάφια ,υφάσματα και ρούχα, φτιάχνει τελετές και καταναγκασμούς, αλλά αδυνατεί να πει μια καλημέρα – και να την εννοεί.
Ο απαίδευτος νους ζει μέσα μια διαρκή σύγχυση. Η Σύγχυση σημαίνει πάντοτε Σύγκρουση.
Ο απαίδευτος νους ζει μέσα σε μια διαρκή αντίφαση. Πολεμά στο όνομα της Ειρήνης, Σκοτώνει στο όνομα της Ζωής, Πονά στο όνομα της Αγάπης, Σκλαβώνει στο όνομα της Ελευθερίας, Αδικεί στο όνομα της Δικαιοσύνης, Παρανομεί στο όνομα του Νόμου, Καταστρέφει στο όνομα της Ύπαρξης.
Ο απαίδευτος νους έχει ως σημείο αναφοράς τους εχθρούς. Τους φαντάζεται, τους δημιουργεί, τους ελκύει.
Ο απαίδευτος νους ζει μέσα απ’ τους άλλους. Παραμονεύει. Χάνει χρόνο, απ τον ελάχιστο που διαθέτει στην ενσαρκωμένη ζωή του, για να ασχοληθεί με τα πλάσματα που πιστεύει πως κλέβουν κάτι από τον ζωτικό του χώρο. Δεν αντέχει τη μοναξιά της περισυλλογής. Δεν εμβαθύνει.
Ο απαίδευτος νους είναι ο Δικτάτορας. Του κράτους του, της ομάδας του, της οικογένειας, των παιδιών, των συντρόφων του, των φίλων, της καθημερινότητας.
Ο απαίδευτος νους κρίνει, δεν δημιουργεί.
Ο απαίδευτος νους δεν ζει στο παρόν. Θα στοιχημάτιζε και τη ζωή του για το τι έγινε πριν από χιλιάδες χρόνια, έχει τη βεβαιότητα για το τι πρόκειται να συμβεί. Αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρει τίποτα για το Τώρα.
Ο απαίδευτος νους δεν αναγνωρίζει το ταλέντο, την ομορφιά των άλλων.
Ο απαίδευτος νους δημιουργεί τη γραφειοκρατία. Αγαπά τους τύπους, γιατί δεν απαιτούν βαθύτερη αντίληψη της ζωής, δεν ζητούν κάποια πνευματική διαδρομή, είναι ευκόλως αναγνώσιμοι. Υπάρχουν εκεί, αμετακίνητα παρόντες, ένα έτοιμο εγχειρίδιο.
Ο απαίδευτος νους στηρίζει με τη σιωπή του κάθε φαύλο καθεστώς. Καταστρέφει με το θόρυβό του κάθε δημοκρατία. Γιατί ο λόγος του δεν είναι ποτέ απόσταγμα σκέψης. Βιάζεται να σωπάσει ή να επιβάλει τον λόγο του. Ο απαίδευτος νουςείναι ανυπόμονος. Δεν έχει τον αυθορμητισμό ενός παιδιού, τη λαχτάρα του ερωτευμένου. Δεν κατανοεί τη στωικότητα, την καρτερικότητα, την αξία του λόγου και τη σοφία της σιωπής. Ζει σπασμωδικά, ακριβώς όπως σκέφτεται.
Ο απαίδευτος νους δεν έχει καμία εσωτερική ευγένεια. Ο αληθινά ευγενής άνθρωπος φαίνεται μόνο από τους τρόπους του απέναντι σε εκείνους, τους οποίους δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη.
Ο απαίδευτος νους δεν έχει χιούμορ. Λέει αστεία, γίνεται εύθυμος, σκωπτικός, πικρόχολος και χαιρέκακος. Αλλά δεν επιτρέπει να αγγίξει κανείς – ούτε λεκτικά- την κοσμοθεωρία του.
Ο απαίδευτος νους συγχωρεί τον εαυτό του. Όχι τους άλλους.
Ο απαίδευτος νους μπορεί να είναι μορφωμένος, σοβαρός, καλοντυμένος, να κατέχει φήμη κι αξιώματα, δύναμη, επιρροή και πλούτο. Ο απαίδευτος νους μπορεί να είναι αμόρφωτος, κακοντυμένος, χωρίς κοινωνική θέση κι αξιώματα. Σχηματίζει ομάδες , φράξιες, παρατάξεις, στρατούς, διαχωρισμούς. Οι περισσότερες εποχές της ανθρώπινης ιστορίας ευνοούν τον απαίδευτο νου. Γιατί εκείνος βρίσκει πάντοτε το κατάλληλο έδαφος μέσα στις αυστηρές δομές, στις έτοιμες απαντήσεις, σε ιδεολογικά κατασκευάσματα και θρησκείες. Ο απαίδευτος νους είναι υπάκουος – ή οργανωμένα, κατόπιν προσταγής, ανυπάκουος. Ψάχνει πάντοτε για την πιο ασφαλή φυλακή και τη βαφτίζει ζωή του.
Ο απαίδευτος νους δεν ξέρει τι είναι η καλοσύνη ή η αγάπη άνευ όρων. Δε θα άντεχε ποτέ μια τέτοια αναρχία.
Ο απαίδευτος νους δεν αντέχει τα πλούτη του – γίνεται άπληστος.
Ο απαίδευτος νους δεν αντέχει τη φτώχια του – γίνεται κτήνος.
Γράφει: Πέτρος Κουμπλής  Πηγή: http://www.aixmi.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Όσο μας τρομάζει η μορφή του τέρατος…

Μάνος Χατζιδάκης.

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει [...] Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά [...] Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πως πρέπει, του πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε.
Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική. Όταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε… γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε. Μάνος Χατζιδάκις
Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.
Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς.
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται.
Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.
Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.
Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Shakespeare, Schiller καί Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην “Ερωφίλη”, από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.
Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Αποκλειστική συνέντευξη του Μάρκ Μαζάουερ: ''Η ελληνική κοινωνία θρυμματίστηκε''

Xωρίς υστεροβουλία ή γλυκερές εξιδανικεύσεις, ο βαθύς γνώστης της ελληνικής ιστορίας μιλά για την κρίση της χώρας μας και τους σπασμένους δεσμούς εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και των πολιτικών, και ισχυρίζεται ότι όλα τα σενάρια εξόδου από την ευρωπαϊκή ένωση είναι ανέφικτα, αν όχι ολέθρια.  


Αποκλειστική συνέντευξη του Μάρκ Μαζάουερ: ''Η ελληνική κοινωνία θρυμματίστηκε''
Μέρος της δυσκολίας, που δυσχεραίνει την αντιμετώπιση της κρίσης, είναι και το γεγονός ότι έσπασαν οι δεσμοί εμπιστοσύνης
ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και τους πολιτικούς – και αυτό είναι επικίνδυνο.
 
Ο τρόπος που ο κορυφαίος βρετανός ιστορικός και συγγραφέας Μάρκ Μαζάουερ μιλά για την Ελλάδα από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής θα έπερεπε να αποτελεί πρότυπο προς μίμηση για πολλούς Έλληνες.  Βαθύς γν΄στης της νεότερης ελληνικής ιστορίας και της ιστορίας των Βαλκανίων, μιλά για την ελληνική κρίση ήρεμα, ψύχραιμα, με σεβασμό για μια χώρα που βρίσκεται στη δύσκολη καμπή της νεότερης ιστορίας της, χωρίς, όμως, να παραβλέπει τα σοβαρά προβλήματά της και όσους τα ενίσχυσαν.

Ο φιλελληνισμός του δεν έχει τη γλυκερή εξιδανίκευση άλλων εποχών, ο λόγος του δεν κρύβει την υστερόβουλη κολακεία προς τους απελπισμένους Έλληνες, τακτική που συνηθίζεται τελευταία, και το ενδιαφέρον του για τη χώρα μας δεν ζωήρεψε τη στιγμή που η Ελλάδα έγινε της μόδας ως αρνητική είδηση. Την Τρίτη 23 Οκτωβρίου η Εταιρεία Συγγραφέων θα του απονείμει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το βραβείο «Διδώ Σωτηρίου», που δίδεται σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών. Ο ελληνιστής, μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών και διευθυντής του Κέντρου Παγκόσμιας Ιστορίας στο Κολούμπια, θα μας υπενθυμίσει στην ομιλία του με θέμα την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή κρίση μια ιστορική φυσιογνωμία, τον πρωτεργάτη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, Αλτιέρο Σπινέλι.

Έχετε ερμηνεύσει το ενδιαφέρον σας για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία;
Γιατί να μη με ενδιαφέρει; H σύγχρονη Ελλάδα έχει μια συναρπαστική ιστορία.

Δεν ανήκει στις ηγεμονικές χώρες που προκαλούν, συνήθως, το ενδιαφέρον των ιστορικών.
Αυτ ό είναι αλήθεια, αλλά μερικές φορές μπορεί να μάθει κάποιος πολύ περισσότερα από την ιστορία άλλων χωρών, αντί να περιοριστεί στη μελέτη της δικής του ιστορίας. Δεν μαθαίνει μόνο από τη δύναμη αλλά και από την αδυναμία.

Ένα από τα πιο γνωστά βιβλία σας, «Η Ελλάδα και η ελληνική κρίση του Μεσοπολέμου», αναφέρεται στη μεγάλη οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα τη δεκαετία του ’30, μετά το κραχ. Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα στην κρίση εκείνων των χρόνων και τη σημερινή;
Νομίζω ότι η κατάσταση σήμερα είναι αρκετά διαφορετική. Η σύγχρονη Ελλάδα είναι μια χώρα ευημερούσα, πλούσια. Ακόμα και μετά τη μεγάλη κρίση των τελευταίων δύο, τριών χρόνων παραμένει πιο πλούσια από τα χρόνια που προηγήθηκαν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, βέβαια, οι άνθρωποι ήξεραν πολύ καλά τι είναι η φτώχια και υπήρχαν αρκετοί πόροι μέσα στη χώρα που τη βοήθησαν για να ξεφύγει από την καταστροφή. Όταν η Ελλάδα εγκατέλειψε τον «κανόνα του χρυσού» το 1932, μπήκε σε τροχιά οικονομικής ανάπτυξης. Νομίζω ότι αυτή η προοπτική δεν υπάρχει σήμερα. Συνεπώς, οι επιλογές της Ελλάδας είναι λιγότερες και οι συνθήκες αρκετά πιο δύσκολες. Επιπλέον, η Ελλάδα δεν έχει στην πραγματικότητα την επιλογή να προχωρήσει μόνη της, να εγκαταλείψει το ευρώ, να επιστρέψει στη δραχμή με την ελπίδα να πετύχει κάποιου είδους εσωτερική ανάπτυξη.
Δεν υπάρχουν οι πόροι για να επιτευχθεί η εσωτερική ανάπτυξη. Και αυτή είναι η βασική διαφορά από εκείνα τα χρόνια. Τότε, κάθε χώρα στον κόσμο έκανε το ίδιο πράγμα: μετακινήθηκε από την ανοιχτή σε μια κλειστή οικονομία. Εάν η Ελλάδα ακολουθήσει αυτόν το δρόμο σή μερα, θα είναι η μόνη που θα το κάνει – και θα βρεθεί σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Η σχέση των Ελλήνων με την Ευρώπη μοιάζει να έχει διαταραχτεί. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, αυτοί που βάλλονται περισσότερο, είναι πολύ καχύποπτοι απέναντι στην Ευρώπη και στον τρόπο που διαχειρίζεται το ελληνικό πρόβλημα. Πώς κρίνετε αυτή την εξέλιξη;
Αρκετοί άνθρωποι στην Ευρώπη δεν νοιάζονται για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα – κάποιοι, βέβαια, νοιάζονται ακόμα. Η Ευρώπη έχει στηρίξει, στην πραγματικότητα, αρκετά την Ελλάδα, αλλά αυτές οι καταστάσεις συνοδεύονται από δεσμεύσεις. Συνεπώς, όταν μια χώρα ξεκινά να δανείζεται τόσο μεγάλα ποσά, αρχίζει και να εξαρτάται από τους άλλους. Ο μόνος τρόπος για να μην εξαρτάται κάποιος από τους άλλους είναι να μη δανείζεται. Αν κοιτάξετε τους αριθμούς, θα δείτε ότι το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα από το 2000, τη χρονιά που ξεκίνησε το ευρώ, μέχρι το 2008, που ξεκίνησε η κρίση, αυξήθηκε με έναν εντελώς γελοίο τρόπο σε υπερβολικό βαθμό. Δεν υπήρχε καμία μεταβολή της ελληνικής οικονομίας που να το δικαιολογεί. Και αυτό επετεύχθη μέσω του δανεισμού. Δεν θυμάμαι όλα αυτά τα οκτώ χρόνια να υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που να διαμαρτύρονταν για την Ευρώπη.

Τι λέτε σε όσους υποστηρίζουν ότι η ελληνική κρίση δεν έχει μόνο οικονομική αλλά και πολιτισμική διάσταση, αναφερόμενοι στην κατάρρευση του οικοδομήματος που βασιζόταν στις αξίες του καταναλωτισμού;
H στατιστική θα σας δείξει ότι οι Έλληνες δουλεύουν πιο σκληρά από οποιονδήποτε άλλον στην Ευρωπαϊκή Ένωση – δουλεύουν ενδεχομένως περισσότερες ώρες και πιο απρόβλεπτα από άλλους. Δεν υπάρχει κάποιο πολιτισμικό πρόβλημα που να συνδέεται με την εργασία στην Ελλάδα. Καθετί που συνδέει αυτή την κατάσταση με την εργασιακή κουλτούρα των Ελλήνων είναι άσχετο με την κρίση, βλακώδες. Απλώς η χώρα δανείστηκε πάρα πολλά χρήματα και αυτό που πρέπει να αναρωτηθείτε είναι το γιατί. Γιατί το πολιτικό σύστημα επέτρεψε να συμβεί αυτό; Και όταν λέω το πολιτικό σύστημα, δεν αναφέρομαι μόνο στους πολιτικούς. Επειδή στην Ελλάδα υπάρχει δημοκρατία, αναφέρομαι και στους ανθρώπους που ψήφισαν τους πολιτικούς. Γιατί αυτό το σύστημα δημιούργησε αυτό το ατέλειωτο χρέος; Προσέξτε, το χρέος δεν δημιουργήθηκε μόνο στη χώρα σας, αλλά παντού. Στην Ελλάδα προχώρησε περισσότερο. Ακολούθως, προέκυψε κι ένα άλλο πρόβλημα, που έχει σχέση με τον τρόπο που οι πιστωτές, η διεθνής κοινότητα, χειρίστηκαν την ελληνική κρίση. Ο τρόπος που ζήτησαν από την Ελλάδα να ανταποκριθεί στο πρόβλημα ήταν λανθασμένος, ο χειρισμός τους ήταν πολύ κακός. Το λάθος δεν ήταν αποκλειστικά των Ελλήνων και νομίζω ότι το πρόβλημα δεν συνδέεται με πολιτισμικές αξίες. Είναι καθαρά οικονομικό και πολιτικό.

Στην Αθήνα θα μιλήσετε για την κρίση, αναφερόμενος και σε μια ιστορική φυσιογνωμία της Ευρώπης, τον σημαντικό πολιτικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης Αλτιέρο Σπινέλι. Τι έχει αλλάξει στην Ευρώπη που οραματίστηκε ο Σπινέλι;
Το βασικό στοιχείο που άλλαξε είναι ότι μετακινηθήκαμε από έναν κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι είχαν μια πολύ ισχυρή αίσθηση του συλλογικού συμφέροντος και της κοινωνικής αλληλεγγύης σε έναν κόσμο χωρίς εμπιστοσύνη στην αλληλεγγύη και με τα χρήματα στο πεδίο της οικονομίας να κυριαρχούν. Την εποχή του, ο ίδιος ο Σπινέλι και αρκετοί ακόμα πολιτικοί από την Αριστερά και τη Δεξιά θεωρούσαν τις τράπεζες υπεύθυνες για την οικονομική κρίση των χρόνων 1929-1932. Τις αντιμετώπιζαν, μάλιστα, ως αναγκαίο κακό. Όταν άρχισαν να σκέφτονται την οικονομική ανοικοδόμηση της Ευρώπης, οι τράπεζες ήταν εκεί για να δώσουν χρήματα και να επιτρέψουν στους ανθρώπους να δημιουργήσουν πράγματα, να εμψυχώσουν την παραγωγικότητα της κοινωνίας. Σήμερα, οι τράπεζες δεν βρίσκονται εδώ για να βοηθήσουν την παραγωγικότητα. Έγιναν, κατά μία έννοια, οδηγοί ολόκληρης της οικονομίας. Γι’ αυτό η οικονομική συζήτηση περιστρέφεται μόνο γύρω από τις τράπεζες, τη ρευστότητα και την πολιτική των τραπεζών, την αμοιβή των τραπεζιτών. Βιώνουμε μια εντελώς καινούργια κατάσταση και νομίζω ότι ο Σπινέλι, αν την παρατηρούσε, θα έβλεπε ότι όλα γύρισαν ανάποδα.

Η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κοινότητα είχε και τη σημασία της σταθεροποίησης του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Η σημερινή κρίση επανέφερε, κατά κάποιον τρόπο, στο προσκήνιο ανάλογα ζητήματα και μια συζήτηση για την παραμονή ή την αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ποια είναι η άποψή σας για τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Νομίζω ότι έχετε δίκιο, όταν λέτε ότι η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη είχε και την ισχυρή διάσταση της σταθεροποίησης της ελληνικής δημοκρατίας. Με πολλούς τρόπους η σύνδεση με την Ευρώπη βοήθησε την Ελλάδα οικονομικά και πολιτικά. Τώρα βρίσκεστε σε μια νέα κατάσταση, αρκετά διαφορετική, όπου στην πραγματικότητα οι απαιτήσεις των άλλων μελών-κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μοιάζουν να απειλούν το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Και αυτή είναι μια νέα κατάσταση, πολύ ανησυχητική. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν ολέθρια, πάντως, για τη χώρα. Καθετί που έχει χτιστεί σε πάρα πολλούς τομείς, από την πολιτική μέχρι την οικονομία, θα καταστρεφόταν. Δεν θεωρώ ότι αυτό θα ήταν μια σοφή επιλογή.

Υπάρχει μια γενικευμένη απελπισία στη χώρα. Πώς μπορούν οι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν τέτοιου είδους δύσκολες καταστάσεις;
Πιστεύω ότι ουσιαστικά η Ελλάδα παραμένει πολύ πλούσια κοινωνία όσον αφορά το επίπεδο της εκπαίδευσης των νέων ανθρώπων αλλά και τη γνώση που έχει αποκτήσει στο επίπεδο των υποδομών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς η χώρα θα μπορέσει να τα καταφέρει τα επόμενα πέντε χρόνια. Είναι δύσκολο να μιλήσει για λύσεις κάποιος που ζει έξω από τη χώρα, αλλά νομίζω ότι απαιτείται η ενίσχυση του αισθήματος της αλληλεγγύης, να θελήσουν οι άνθρωποι να δουλέψουν ξανά μαζί και να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον. Μέρος της δυσκολίας, που δυσχεραίνει την αντιμετώπιση της κρίσης, είναι και το γεγονός ότι οι έσπασαν οι δεσμοί εμπιστοσύνης ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και τους πολιτικούς – και αυτό είναι επικίνδυνο. Οι πολιτικοί πρέπει να δείξουν ότι κατανοούν αυτήν τη νέα κατάσταση και να προσπαθήσουν, πρώτα απ’ όλα, να κάνουν τις απαιτούμενες κινήσεις για ν’ ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Στη συνέχεια όλη η κοινωνία οφείλει να κατανοήσει τη δυσκολία της κατάστασης και να πιστέψει ότι στα επόμενα
πέντε χρόνια πολλά πράγματα θα αλλάξουν. Αρκετοί άνθρωποι το καταλαβαίνουν και αυτή είναι πολύ θετική εξέλιξη. Δεν έχω, δυστυχώς, να προτείνω κάποια μαγική λύση. Ο καπιταλισμός είναι ένα πολύ βάναυσο σύστημα σε δύσκολες στιγμές, όπως αυτή που περνάτε. Αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Όσες εναλλακτικές προτάσεις έχω ακούσει –και κάποιες από αυτές ακούγονται υπέροχες– δεν καταλαβαίνω πώς μπορούν να εφαρμοστούν. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις αυτήν τη στιγμή.

Μια άλλη δυσάρεστη εξέλιξη είναι η θεαματική άνοδος μιας ρατσιστικής και φιλοναζιστικής ακροδεξιάς. Πόσο επικίνδυνη τη θεωρείτε;
Για μένα αυτό είναι ένα σύμπτωμα της βαθιάς κρίσης της χώρας και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν πάρα πολύ άνθρωποι. Είναι εξαιρετικά δυσάρεστο να βλέπεις μια χώρα με αυτές τις μνήμες από τον φασισμό και τον ναζισμό, που ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει ρατσισμός, να γεννά ένα τέτοιο κίνημα. Η δημιουργία αυτού του κινήματος είναι, κατά τη γνώμη μου, το σύμπτωμα της απόγνωσης. Αλλά θα πρέπει να λάβετε πολύ σοβαρά υπόψη σας αυτό το σύμπτωμα και να δείτε τι μπορείτε να κάνετε για να το αντιμετωπίσετε. Είναι ξεκάθαρο, τουλάχιστον σ’ εμένα, ότι αυτό το σύμπτωμα δεν παρέχει καμία απάντηση στα προβλήματα της Ελλάδας και στην ουσία δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την αντιμετώπιση της κρίσης, γιατί αποδυναμώνει την
αλληλεγγύη της ελληνικής κοινωνίας, αντί να την ενδυναμώνει. Η παρουσία τους στην ελληνική Βουλή μπορεί να είναι ένα καινούργιο στοιχείο στην Ελλάδα, αλλά όχι στην Ευρώπη.
Νομίζω ότι αποτελεί ένα λυπηρό σημάδι για την κατάσταση της ελληνικής δημοκρατίας και μια προειδοποίηση, ειδικότερα προς τους Έλληνες πολιτικούς, για να δράσουν προς την κατεύθυνση της αλληλεγγύης. Είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Δεν το υποτιμώ καθόλου.

Πρόσφατα πέθανε ο κορυφαίος ιστορικός του 20ού αιώνα Έρικ Χόμπσμπαουμ. Ήταν μια προσωπικότητα που θαυμάζατε;
Ναι, ήταν ένας εξαίρετος ιστορικός και λυπήθηκα πολύ όταν έμαθα τον θάνατό του. Νομίζω ότι ο Έρικ ήταν ένας άνθρωπος της γενιάς του. Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και παρέμεινε κουμουνιστής όλη του τη ζωή, αν και επικρίθηκε αρκετά γι’ αυτό. Δεν είμαι μαρξιστής, αλλά θεωρώ ότι ο μαρξισμός ήταν, για εκείνον, ένα πολύ ισχυρό μέσο για να κατανοήσει τον καπιταλισμό. Ήταν ένας πολύ ρεαλιστής μαρξιστής και πιστεύω ότι, για να καταλάβουμε τον καπιταλισμό, μπορούμε να τον ξαναδιαβάσουμε. Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στη χώρα σας επικεντρωμένοι μόνο στην Ελλάδα, αλλά να πρέπει δούμε το πρόβλημά της στο πλαίσιο του παγκόσμιου καπιταλισμού. Και από αυτή την άποψη θεωρώ την προσέγγιση του Χόμπσμπαουμ σημαντική.

Ανάμεσα στα βιβλία του που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας είναι και τα εξής:
Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, ΜIET, 2002
Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994
Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006
Η Αυτοκρατορία του Χίτλερ.Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2009

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Quo vadis Graecia?



Πού πας Ελλάδα; Από το 2008 το ερώτημα απασχολεί ηγέτες υπερδυνάμεων, αγχώνει ευρωκράτες των Βρυξελλών και φοβίζει το πανελλήνιο. Εύλογη η ανησυχία καθώς η εθνική οικονομία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση: εισοδήματα πεσμένα 20%, επενδύσεις στο μισό, η ανεργία στα ύψη. Έντεκα εκατομμύρια πολίτες εξαρτώνται οικονομικά από δυόμισι εκατομμύρια θέσεις εργασίας ενός ιδιωτικού τομέα που παραπαίει. 
Στο ζοφερό αυτό τοπίο, πολλοί ζουν με την ελπίδα της αυτόματης ανάκαμψης. Ευελπιστούν πως τα χειρότερα πέρασαν και η εθνική οικονομία, αργά ή γρήγορα, θα βελτιωθεί αυτοβούλως και θα αναπληρώσει τις απώλειες της τελευταίας πενταετίας. Εκεί ποντάρει η πολιτική ηγεσία της χώρας, που έχει στρέψει όλη την προσοχή της στην ανεύρεση φόρων και δανείων για να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις του επόμενου μήνα. Εκεί ποντάρουν οι συντεχνίες που αγωνίζονται πεισματικά, και μέχρι στιγμής αποτελεσματικά, να προστατέψουν τα κεκτημένα τους. Σ’ αυτό φαίνεται να ελπίζουν και μεγάλα στρώματα, αν όχι η πλειονότητα, του ελληνικού λαού που ευαγγελίζονται μια γρήγορη «πολιτική» λύση των προβλημάτων τους χωρίς την μακρόπνοη λιτότητα που απαιτούν από τη χώρα τα Μνημόνια και μακριά από τις ριζικές μεταρρυθμίσεις που συνιστούν, σχεδόν ομόφωνα, οι «τεχνοκράτες».
Επίκειται λοιπόν κάποια, έστω και αργή, αναστροφή της οικονομίας από τον επόμενο χρόνο προς την προ του 2008 κατάσταση; Ή μήπως είναι η βαθιά κρίση το πρώτο στάδιο μονιμότερης στροφής από τον πλούτο των αμέσως προηγούμενων δεκαετιών στην ιστορική φτώχεια των Βαλκανίων; Είναι το μέλλον της χώρας παρόμοιο με της Ιταλίας ή με της Αλβανίας; Θα επιστρέψουν οι χαμηλόμισθοι και συνταξιούχοι στα χίλια ευρώ τον μήνα ή θα κατρακυλήσουν οι αμοιβές στα διακόσια με τριακόσια που έπαιρναν οι παππούδες τους πριν από πενήντα χρόνια;
Η οικονομική επιστήμη περιγράφει σαφέστατα τη συνταγή της επιτυχημένης ανάπτυξης, της οποίας η ουσία συνοψίζεται στο γνωστό τρίπτυχο του Σκώτου φιλόσοφου Αδάμ Σμιθ, «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Η συνταγή αυτή εφαρμόσθηκε κατά γράμμα σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου. Σήμερα δοκιμάζεται, με κάποιες ατέλειες και αρκετή επιτυχία, από τρεις γείτονες· Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία.
Στοιχεία από το τρίπτυχο του Σμιθ εφάρμοσε και η Ελλάδα κατά τις δεκαετίες 1950-1970, την ίδια ώρα που η συνταγή του απορριπτόταν παντελώς από τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες που παραδόθηκαν στον κρατισμό για πενήντα ολόκληρα χρόνια, με αρχή το 1945. Το αποτέλεσμα είναι πασίγνωστο. Η Ελλάδα, παραδοσιακά η δεύτερη φτωχότερη χώρα της Βαλκανικής, ξεπέρασε σε πλούτο όλη τη χερσόνησο, προσελκύοντας μετανάστες από τους γείτονες και παραπέρα. Με τη Μεταπολίτευση, όμως, η χώρα εγκατέλειψε σταδιακά τη συνταγή της επιτυχίας και την περιφρόνησε ολοκληρωτικά την τελευταία δεκαετία.
Η ριζική αλλαγή πλεύσης της χώρας σε καίρια ζητήματα εσωτερικής ειρήνης, φόρων και λειτουργίας θεσμών φαίνεται επιγραμματικά από τα στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας, του Διεθνούς Οικονομικού Βήματος και της Διεθνούς Διαφάνειας. Στο κέντρο της Αθήνας έγιναν το προηγούμενο έτος 1.800 διαδηλώσεις. Τα πολιτικά κόμματα και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έχουν αναδειχθεί σε παγκόσμιους πρωταθλητές διαφθοράς· τα κόμματα παίρνουν χάλκινο μετάλλιο ανάμεσα σε 69 χώρες, τα ΜΜΕ παίρνουν χρυσό. Στην έκδοση αδειών, ισχύ συμβολαίων, προστασία επενδυτών και λειτουργία αγορών, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο κατώτερο 25% της υδρογείου. Ο τόπος είναι φέτος τελευταίος σε ανταγωνιστικότητα ανάμεσα σε δέκα βαλκανικές χώρες, από πρώτος που ήταν το 2006.
Λογαριάζουν, λοιπόν, χωρίς τον ξενοδόχο όσοι προσδοκούν σε σύντομη έξοδο από την κρίση. Οι ιδιωτικές επενδύσεις εξαφανίστηκαν, τα οδικά δίκτυα μένουν στάσιμα, οι παραδοσιακές «βαριές βιομηχανίες» του τόπου οπισθοχωρούν. Η ναυτιλία μαστίζεται από τη διεθνή κρίση εμπορίου. Η τουριστική αξιοποίηση των απαράμιλλων φυσικών και πολιτιστικών πλεονεκτημάτων του τόπου αναιρείται από την απουσία κοινωνικής αρμονίας, τις σοβαρές και επιτεινόμενες ελλείψεις στις υποδομές, καθώς και από την ατελή επαγγελματική κατάρτιση του εργατικού δυναμικού. Μεγάλη η ακτογραμμή της χώρας, πολλά τα νησιά, λίγες οι κρουαζιέρες.
Πού πας Ελλάδα; Οι επιστήμονες που εξέτασαν την άρρωστη οικονομία σου ομόφωνα συμβουλεύουν ριζικές αλλαγές στον τρόπο ζωής σου, με συνταγές που προσαρμόζουν στην εποχή μας το ρητό «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Και συ πώς απαντάς; Mε τριάντα πέντε χιλιάδες (35.000) απεργίες και εκατόν εβδομήντα πέντε χιλιάδες (175.000) νομοθετήματα μέσα σε τριάντα χρόνια. Με καταστροφική φορολογία του ιδιωτικού τομέα για να συντηρήσεις το αδηφάγο Δημόσιο. Και με σύννεφο διαφθοράς που κοντεύει να σκεπάσει την υδρόγειο.
Πού πας Ελλάδα; Ελπίζεις ακόμη σε μια θαυματουργή και ανώδυνη «πολιτική» λύση της κρίσης χωρίς να δουλέψεις περισσότερο, χωρίς να ξορκίσεις τη διαφθορά, χωρίς καμιά από τις αλλαγές που σου συνιστούν όλοι οι ειδικοί; Αν δεν αλλάξεις πορεία, θα χάσεις όποιες θυσίες έκανες μέχρι τώρα και θα οδηγήσεις τους Ελληνες σε βαθιά υπανάπτυξη.
   * Ο κ. Κώστας Αζαριάδης είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον του Σεντ Λούις